Στην παρουσίαση από τον Τύπο του προσχεδίου του αναθεωρημένου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Περιβάλλον που απεστάλει στην Κομισιόν, εδώ,  προτάχθηκε κατά κόρον η τεράστια επιβάρυνση των καταναλωτών που θα κληθούν να υποστηρίξουν την πορεία προς το 2030

Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το κόστος σε αυτή την εθνική-πανευρωπαϊκή προσπάθεια ανέρχεται σε σχεδόν 45 δισ. ευρώ ετησίως και συνολικά στα περίπου 270 δισ. ευρώ για την χρονική περίοδο 2025-2030!

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το κόστος όλου του φάσματος της μετάβασης για νοικοκυριά, κτίρια, γεωργία, βιομηχανία και μεταφορές υπολογίζεται, σύμφωνα με το προσχέδιο του ΕΣΕΚ στο περίπου 21,7% του ετήσιου ΑΕΠ για το ίδιο χρονικό διάστημα. 

Καθώς λοιπόν είναι επίσημα παραδεκτό ότι τα νοικοκυριά καλούνται να πάρουν θέση στην πρώτη γραμμή του μετώπου για την επίτευξη του net zero, είναι ζωτικής σημασίας να διευκολυνθεί η χρηματοδότησή τους προς αυρτή την κατεύθυνση.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο στο εν λόγω προσχέδιο αφορά στο δημοσιονομικό κόστος. Στο κείμενο, οι συντάκτες του αναθεωρημένου ΕΣΕΚ επισημαίνουν ότι η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές, αναμένεται να μειωθεί σημαντικά έως το 2030 υπέρ των πιο φιλικά προς το περιβάλλον ενεργειακών προϊόντων. Εδώ προκύπτει όμως μια αξιοσημείωτη διαφορά. Τα μεν ορυκτά καύσιμα λόγω της υψηλής φορολόγησης τους αποδίδουν σημαντικά φορολογικά έσοδα στο ελληνικό κράτος, ενώ τα πράσινα εναλλακτικά δεν θα φορολογούνται έτσι ώστε να γίνει πιο εύκολη η υιοθετήσή τους από την αγορά.

Πώς λοιπόν θα καλυφθεί η τρύπα που θα δημιουργηθεί; Το δημοσιονομικό κενό θα χρειαστεί να καλυφθεί με την εισαγωγή νέων φόρων ειδικά σχεδιασμένων ώστε να μην εμποδίζουν την πράσινη μετάβαση.

Τα αγκάθια στο αναθεωρημένο ΕΣΕΚ δεν είναι αποκλειστικά ελληνική υπόθεση.  Έκθεση Ευρωπαίων ειδημόνων αναφέρει ότι οι περισσότερες αναδυόμενες οικονομίες υστερούν στην υιοθέτηση καθαρών πηγών ενέργειας σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως η Σουηδία και η Νορβηγία που πρωταγωνιστούν σε αυτή την κούρσα. Αν και είναι εμφανής μια σαφής θετική τάση στη χρήση πράσινης ενέργειας σε όλες τις χώρες, υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ του μεριδίου της ανανεώσιμης ενέργειας που χρησιμοποιείται μεταξύ των χωρών. Για παράδειγμα, στη Σουηδία και τη Νορβηγία, οι οποίες ξεκίνησαν τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια πριν από 60 χρόνια, η ανανεώσιμη ενέργεια αντιπροσωπεύει τα 2/3 της συνολικής ενέργειας που καταναλώνεται, ενώ η κατανάλωση μη ανανεώσιμης ενέργειας παρουσιάζει σαφή τάση μείωσης. Στις οικονομίες της Λατινικής Αμερικής το μερίδιο αυτό είναι πολύ μικρότερο, με την Βραζιλία να κινείται ηδη στην πράσινη μετάβαση, αλλά με την Χιλή όχι!

Επιπλέον, σε αντίθεση με τη Νορβηγία και τη Σουηδία, ο κόσμος δεν φαίνεται να έχει αλλάξει τόσο πολύ στην υιοθέτηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας Σύμφωνα με τη σχετικά χαμηλότερη υιοθέτηση της πράσινης ενέργειας στις αναδυόμενες οικονομίες, αυτές οι οικονομίες  έχουν επενδύσει ελάχιστα στην ανάπτυξη της εγκατεστημένης δυναμικότητας για  χρήση ΑΠΕ τα τελευταία 20 χρόνια. Πράγματι, η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική, η Αφρική και η Μέση Ανατολή δεν έχουν αυξήσει την εγκατεστημένη δυναμικότητά τους σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από τη δεκαετία του 2000, σε αντίθεση με τις χώρες της ευρωπαϊκής και της ασιατικής ηπείρου. 

Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι η πράσινη μετάβαση συνεπάγεται τεράστιες προκλήσεις για ορισμένες οικονομίες μεσαίου και χαμηλού μεγέθους, βραχυπρόθεσμα. Για να δώσουν ώθηση στη μετάβαση, οι εν λόγω οικονομίες, χρειάζεται να διαθέσουν αυξημένους πόρους, κάτι που συνεπάγεται υψηλότερο κόστος, αλλά και εξαιτίας της έλλειψης επαρκούς ανανεώσιμης δυναμικότητας, βραχυπρόθεσμες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και επομένως, άνοδο του πληθωρισμού. 

Ωστόσο, αυτός δεν είναι ο μόνος δυνητικός παράγοντας αύξησης του πληθωρισμού, λόγω της ενεργειακής μετάβασης. Ένας δεύτερος λόγος για την αύξηση των τιμών της ενέργειας κατά τη διάρκεια της μετάβασης είναι ότι οι οικονομίες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τη μετάβαση χρησιμοποιώντας δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα.

 

(Διάγραμμα που αποτυπώνει τη βαθμολογία τιμολόγησης άνθρακα ανά χώρα και αντανακλά την απόσταση μεταξύ της τιμής CO2 και του κόστους του σε %. Πηγή: ΟΟΣΑ)

Ως μέτρο σύγκρισης των δυνατότητας των χωρών να ανταπεξέλθουν χρησιμοποιούνται οι βαθμολογίες τιμολόγησης του άνθρακα σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ το 2018. Σημειώνουμε ότι το μέτρο σύγκρισης είναι τα 60 ευρώ ανά μετρικό τόνο ισοδύναμου CO2 που αποτελεί μια μέση εκτίμηση για το κόστος του άνθρακα το 2020 αλλά και μια χαμηλή εκτίμηση για το 2030. Οι χώρες με τιμολόγηση όλων των εκπομπών τουλάχιστον στα 60 ευρώ, το 2018, δείχνει ότι βρίσκονται σε τροχιά επίτευξης των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα.

Αντίθετα οι αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Βραζιλία, η Χιλή, η Ινδία και η Τουρκία, υστερούν πολύ σε σχέση με τον στόχο αυτό, ενώ το 2018 μόνο η Ελβετία, το Λουξεμβούργο και η Νορβηγία πέτυχαν βαθμολογία τιμολόγησης άνθρακα κοντά στο 70%! Όμως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η περαιτέρω φορολόγηση του άνθρακα για την προώθηση της χρήσης πράσινης ενέργειας θα συνεπάγεται αυξήσεις στην τιμή της ρυπογόνου ενέργειας, κάτι που αποτελεί μια πρόσθετη πηγή πρόκλησης πληθωριστικών πιέσεων, βραχυπρόθεσμα.

Βαθύτερος στόχος της έκθεσης, της οποίας επιλεγμένα αποσπάσματα σας παρουσιάζει το energia.gr, είναι, όπως τονίζεται, να αξιολογηθεί ποσοτικά το πραγματικό και το ονομαστικό κόστος της μετάβασης για τις εν λόγω οικονομίες και ο αντίκτυπος των φορολογικών και επιδοματικών κυβερνητικών πολιτικών για την προώθηση της πράσινης μετάβασης.

Ένας εναλλακτικός τρόπος που συμβάλει στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης είναι η επιδότηση της παραγωγής πράσινης ενέργειας. Η αύξηση των επιδοτήσεων αποτελεί από μόνη της μια ξεχωριστή περίπτωση που συντείνει στην ενίσχυση της δυναμικής προς αυτή την πορεία, σε σύγκριση με την υπόθεση που αφορά στην αύξηση των φόρων άνθρακα. Και τούτο, επειδή ο ρυθμός της πράσινης μετάβασης που προκύπτει από την αύξηση των επιδοτήσεων είναι πολύ πιο αργός από εκείνον που επιτυγχάνεται με τη φορολόγηση του άνθρακα. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι σε μια τέτοια περίπτωση, η αύξηση των επιδοτήσεων δεν υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να υποκαταστήσουν την ρυπογόνο ενέργεια με πράσινες εναλλακτικές λύσεις και επομένως δεν καταβάλλεται η επιθυμητή προσπάθεια για άνοδο της ενεργειακής απόδοσης στην παραγωγή.

Κυρίως, οι επιχειρήσεις δεν αυξάνουν όσο χρειάζεται τις δαπάνες στην πράσινη Ε&Α. Η τόνωση των δημοσίων επενδύσεων στην πράσινη ενέργεια αυξάνει μεν την ιδιωτική μόχλευση αλλά δημιουργεί αντικίνητρα στις επιχειρήσεις να βελτιώσουν τη χρήση της ενεργειακής απόδοσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των επιδοτήσεων.

Συνολικά, οι δημόσιες επενδύσεις ενθαρρύνουν τη χρήση της πράσινης ενέργειας με χαμηλότερο κόστος, δίχως όμως να εκτοπίζουν ουσιαστικά τη χρήση των ορυκτών καυσίμων, ενώ η συμβολή τους σε ό,το αφορά στην παραγωγή και τον πληθωρισμό είναι αμελητέες. Σε αντίθεση με τις επιδοτήσεις, οι πολιτικές δημοσίων επενδύσεων στην πράσινη ενέργεια συνεπάγονται κέρδη, καθώς η αύξηση της παραγωγικότητας του πράσινου τομέα αποφέρει τη δημιουργία  πλούτου και μειώνει το οριακό κόστος των επιχειρήσεων. Επιπλέον, μια τέτοια πολιτική μπορεί να εκπληρώσει τους στόχους της μετάβασης με ταχύτερο ρυθμό και κυρίως, χωρίς πληθωριστικό κόστος.

Ωστόσο, η έκθεση καθιστά σαφές ότι η μετάβαση που προέρχεται από αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και των φόρων στα ορυκτά καύσιμα είναι πιο επώδυνη όσον αφορά στον πληθωρισμό και στις απώλειες παραγωγής, αλλά ταυτόχρονα είναι και εκείνη που επιταχύνει το μετασχηματισμό. Ακόμη τεκμαίρεται ότι οι επιδοτήσεις ωθούν δυσανάλογα υψηλότερα τις τιμές της πράσινης ενέργειας, ενώ τέλος, όταν οι πράσινες πολιτικές οδηγούν σε άνοδο του πληθωρισμό είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστεί με επιδοτήσεις ή πράσινες επενδύσεις, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις από την δημιουργία αυτών των πιέσεων να παραμένουν για αρκετό χρόνο κατά τη διάρκεια της μετάβασης.

Συμπερασματικά, οι αυξήσεις στις τιμές και τους φόρους στα ορυκτά καύσιμα μειώνουν από τη μία τη χρήση τους, αλλά δεν συμβάλουν στην περαιτέρω επέκταση του πράσινου τομέα. Βελτιώνουν απλώς τη χρήση της ενεργειακής απόδοσης, και πυροδοτούν κρίσεις πληθωρισμού και απώλεια παραγωγής. Από την άλλη, ο πράσινες επιδοτήσεις αυξάνουν μεν το απόθεμα πράσινου κεφαλαίου, συνεπάγονται όμως μια πιο βραδεία μετάβαση χωρίς κόστος παραγωγής και πληθωρισμού, αλλά με υψηλότερες τιμές για την πράσινη ενέργεια. Τέλος, οι δημόσιες επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια δεν ενισχύουν σημαντικά το απόθεμα πράσινου κεφαλαίου, εν τούτοις αυξάνουν τη χρήση πράσινης ενέργειας και οδηγούν σε μείωση των τιμών της, μακροπρόθεσμα. 

Ακόμη, τεκμαίρεται ότι εφόσον ο στόχος είναι η μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, σε παγκόσμιο επίπεδο, το κατάλληλο εργαλείο είναι η φορολόγηση του άνθρακα, ενώ το κόστος που πρέπει να καταβάλουμε είναι η δημιουργία πράσινου πληθωρισμός και οι βραχυπρόθεσμες απώλειες παραγωγής. Αντίθετα, οι δημόσιες επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια προσφέρουν μια αποπληθωριοποιημένη μετάβαση, πρόσβαση στη χρήση καθαρής ενέργειας και μικρό κόστος παραγωγής. Ωστόσο, αυτού του είδους η μετάβαση συνεπάγεται και αύξηση του λόγου χρέους προς το ΑΕΠ βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.

Εν ολίγοις, καταλήγουν οι συντάκτες της έκθεσης, δεν υπάρχει εύκολος δρόμος προς την επίτευξη μιας πιο πράσινης οικονομίας και οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφασίσουν ποιες θυσίες θα ζητήσουν και από ποιους για να μας οδηγήσουν στο net zero του μέλλοντος.