Αυτό ήταν το κύριο συμπέρασμα από την τεκμηριωμένη και ανεξάρτητη μελέτη της DnV “DNV’s Energy Transition Outlook”, που δημοσιεύθηκε την 1η Σεπτεμβρίου. Μαζική παγκόσμια επέκταση της ηλεκτροδότησης βρίσκεται σε ραγδαία εξέλιξη, αλλά δεν θα είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την Συμφωνία του Παρισιού. Και δεν ήταν το μόνο. Άλλα πολύ σημαντικά συμπεράσματα ήταν

• Η κλιμάκωση στην ανάπτυξη ανταγωνιστικής βιομηχανίας ᾽πράσινου υδρογόνου᾽ θα μπορούσε να χρειαστεί ακόμα 20 χρόνια για να επιτευχθεί και ακόμη και αν επιταχυνθεί, θα είναι πολύ αργά για να έχει τον αντίκτυπο που χρειάζεται σήμερα

• Οι δύσκολοι τομείς, βαριά βιομηχανία, ναυτιλία, φορτηγά και αεροπορία, χρειάζονται σημαντική αύξηση στην έρευνα, ανάπτυξη και επενδύσεις τώρα για να επιτύχουν τους στόχους μηδενικών εκπομπών μέχρι το 2050

• Ο ρυθμός της ενεργειακής μετάβασης δεν ξεπέρασε τις προβλέψεις της DnV - που έκανε πριν από τέσσερα χρόνια. Σαν αποτέλεσμα, η παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,3°C  μέχρι το τέλος του αιώνα εξακολουθεί να είναι η πιο πιθανή

• Η παγκόσμια πανδημία ήταν μια ᾽χαμένη ευκαιρία᾽ για να επιταχυνθεί η ενεργειακή μετάβαση. Τα πακέτα ανάκαμψης από την πανδημία προστατεύουν και δεν μεταμορφώνουν τις υπάρχουσες βιομηχανίες.

Στην παρουσίαση του, ο πρόεδρος της DNV, Remi Eriksen, τόνισε ότι, παρόλη την πρόοδο που έχει γίνει μέχρι τώρα, η επίτευξη του στόχου της Συμφωνίας του Παρισιού για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στους 1,5°C είναι ακόμα μακριά. Η DnV προειδοποιεί ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη πιθανότατα να φτάσει τους 2,3°C μέχρι το τέλος του αιώνα. Κάτι που απαιτεί επιτάχυνση της ηλεκτροκίνησης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και επιτάχυνση της παραγωγής υδρογόνου.

Η πρόβλεψη της DNV είναι ότι για επόμενα πέντε χρόνια δεν θα υπάρξει βελτίωση στην αναλογία ορυκτών καυσίμων έναντι ΑΠΕ. Στην συνέχεια όμως, οι εκπομπές θερμοκηπίου θα μειωθούν κατά 9% έως το 2030 και κατά 45% το 2050 - ακόμη πολύ μακριά από τον στόχο μηδενικών εκπομπών.

Επιπλέον, παρόλο που το 25% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται τώρα από ΑΠΕ και παρά την γρήγορη ανάπτυξη, δεν θα φτάσει τα επίπεδα που απαιτούνται για την επίτευξη μηδενικών εκπομπών έως το 2050.

Ο ηλιακή και αιολική ενέργεια προβλέπεται να παράσχουν σχεδόν εξίσου το 70% της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το 2050 (Σχήμα 1). Η χρήση άνθρακα θα συνεχίσει, αλλά θα πέσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο μέχρι το 2050. Οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής που λειτουργούν με φυσικό αέριο όμως παραμένουν και παρέχουν το 22% της ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2050. Αλλά μέχρι τότε μόνο 15% του φυσικού αερίου θα έχει απανθρακοποιηθεί.

Σχήμα 1: Παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

 

Οι χρήση πετρελαίου και άνθρακα προβλέπεται να μειώνεται σταθερά μετά το 2025 (Σχήμα 2). Το φυσικό αέριο όμως παραμένει αρκετά σταθερό μέχρι το 2040. Αυτό προσθέτει εμπιστοσύνη στην θέση ότι το φυσικό αέριο θα συνεχίσει να συμβάλλει στην μετάβαση από ορυκτά καύσιμα σε ΑΠΕ.

Σχήμα 2: Παγκόσμια παροχή ορυκτών καυσίμων

 

Βάσει των τελευταίων δεδομένων – με την ανάκαμψη από την πανδημία να βρίσκεται σε γοργό ρυθμό - και βάσει των προβλέψεων για το 2022, αυτά τα συμπεράσματα χρειάζονται προσοχή. Η χρήση πετρελαίου και άνθρακα συνεχίζει να αυξάνεται, χωρίς να δείχνει οποιεσδήποτε τάσεις για μείωση.

Η κατάσταση με το πράσινο υδρογόνο είναι ακόμα πιο δύσκολη. Το υδρογόνο είναι ακριβό τώρα και θα χρειαστεί μέχρι το 2045 για να φτάσει σε τιμή ενέργειας στα επίπεδα του 2020. Η διείσδυση του πράσινου υδρογόνου θα φτάσει μόνο το 5% της ολικής ενέργειας έως το 2050, λόγω της αργοπορίας να μπει στην αγορά. Θα είναι όμως πολύ αργά.

Αυτά είναι πάρα πολύ ανησυχητικά συμπεράσματα. Επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, όπως τώρα επιχειρεί η Ευρώπη, πριν ακόμα εξασφαλιστούν αξιόπιστες προμήθειες καθαρής ενέργειας να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα, κινδυνεύει να φέρει χάος.

Το άλλο πρόβλημα είναι ότι οι διάφορες μελέτες και προβλέψεις για το μέλλον, με αρκετές φορές αντιφάσκοντα αποτελέσματα, συχνά οδηγούν σε αβεβαιότητες.

Με την παγκόσμια διάσκεψη κορυφής COP26 για την κλιματική αλλαγή να έρχεται τον Νοέμβριο, αυξάνεται η πίεση για επιτάχυνση δράσης προς επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού. Εάν, ως αποτέλεσμα αυτής, ο κόσμος υιοθετήσει και εφαρμόσει ισχυρότερα μέτρα για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη, η μελλοντική ζήτηση πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μειωθεί ταχύτερα από ότι υποδεικνύουν οι τρέχουσες τάσεις. Όμως για κάτι τέτοιο να επιτύχει χρειάζεται άμεση εφαρμογή από όλες τις χώρες παγκόσμια και ταυτόχρονα. Κάτι που οι εμπειρίες μέχρι τώρα δείχνουν να είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί.

Αυτές οι αμφιβολίες εισάγουν αβεβαιότητα στη μελλοντική ζήτηση, καθιστώντας το επενδυτικό περιβάλλον πιο δύσκολο. Κάτω από τέτοιες συνθήκες θα υπάρχει πολύ λιγότερη ανάγκη επενδύσεων σε νέες προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου και η έμφασης θα είναι περισσότερο στον τρόπο διαχείρισης της παρακμής. Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες είναι ήδη χαμηλές και πιθανότατα να γίνουν πιο βραχυπρόθεσμες. Οι διεθνείς εταιρείες θα είναι απρόθυμες να επενδύσουν σε κεφαλαιοβόρα και μεγάλης διάρκειας έργα, ενόψει της αβέβαιης μελλοντικής ζήτησης και τιμών. Η πρόκληση όμως είναι ότι αν η ζήτηση πετρελαίου και φυσικού αερίου συνεχίσει χωρίς σημαντική μείωση, τότε θα δημιουργηθούν προβλήματα προμήθειας και τιμών. Με τις τρέχουσες εξελίξεις ένα τέτοιο δίλημμα μπορεί να καταλήξει αναπόφευκτο.

 

*Dr Charles Ellinas, @CharlesEllinas Senior Fellow Global Energy Center Atlantic Council