Καθώς ο χειμώνας κάνει έντονη την εμφάνισή του σε όλη την Ευρώπη και οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίζουν να κλιμακώνονται, οι ενεργειακές αγορές σε ολόκληρη την ήπειρο εκπέμπουν για ακόμη μια φορά προειδοποιητικά σήματα. Οι αυξανόμενες τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού ξυπνούν δυσάρεστες μνήμες από το ενεργειακό σοκ του 2021–2022, οδηγώντας αναλυτές, πολιτικούς και καταναλωτές στο να θέτουν ένα επείγον ερώτημα: κατευθυνόμαστε προς μια νέα ενεργειακή κρίση ή απλώς βιώνουμε έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα;

Οι πρόσφατες κινήσεις των αγορών υποδηλώνουν ότι οι κίνδυνοι δεν πρέπει να υποτιμώνται. Μόνο την περασμένη εβδομάδα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης φυσικού αερίου στο Dutch Title Transfer Facility (TTF), τον βασικό δείκτη φυσικού αερίου της Ευρώπης, αυξήθηκαν κατά περίπου 10%, ενώ από την αρχή του έτους οι τιμές έχουν ανέβει εντυπωσιακά, κατά 45%. Τέτοιες απότομες αυξήσεις, ιδιαίτερα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, δείχνουν αυξανόμενη ανησυχία των traders σε ό,τι αφορά στην ισορροπία προσφοράς και ζήτησης τους επόμενους μήνες.

Οι αγορές ηλεκτρισμού στέλνουν παρόμοια σήματα. Οι τιμές στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (Day-Ahead Market – DAM) σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης κινούνται σταθερά ανοδικά, αντανακλώντας τόσο το υψηλότερο κόστος καυσίμων όσο και τις πιέσεις που δέχεται το σύστημα. Στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, οι τιμές έχουν φτάσει σε ιδιαίτερα ανησυχητικά επίπεδα. Η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Ουγγαρία έχουν καταγράψει τιμές DAM άνω των €200/MWh, ενώ οι περισσότερες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης διαπραγματεύονται με πάνω από €150/MWh. Ακόμη και στις μεγαλύτερες και πιο ρευστές αγορές της Ευρώπης, οι τιμές πάνω από €100/MWh γίνονται ολοένα πιο συνηθισμένες. Αυτά τα επίπεδα πλέον ασκούν σοβαρή πίεση στα νοικοκυριά, υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και επαναφέρουν πολιτική πίεση στις κυβερνήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν προκλήσεις στο κόστος διαβίωσης.

Οι άμεσοι παράγοντες πίσω από αυτή την νέα άνοδο των τιμών είναι σχετικά σαφείς. Ο επίμονα ψυχρός καιρός, με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν σε μεγάλες περιοχές της Ευρώπης, έχει ενισχύσει σημαντικά τη ζήτηση για θέρμανση. Ταυτόχρονα, τα επίπεδα των υπόγειων αποθηκευτικών χώρων φυσικού αερίου είναι αισθητά χαμηλότερα από τα προηγούμενα χρόνια. Σε πολλές χώρες της ΕΕ, οι όγκοι αερίου έχουν πέσει κάτω από το 50% της λειτουργικής χωρητικότητας, ένα ψυχολογικά σημαντικό όριο για την αγορά. Ενώ τα αποθέματα ήταν επαρκή για να καλύψουν το πρώτο μέρος του χειμώνα, ο συνδυασμός μεγάλης κατανάλωσης και περιορισμένων αναπληρώσεων στις υπόγειες αποθήκες, έχει εντείνει τις ανησυχίες για το αν τα αποθέματα μπορούν να αναπληρωθούν αρκετά γρήγορα, πριν από την επόμενη σεζόν θέρμανσης.

Η ανησυχία αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη δεδομένης της συνεχιζόμενης εξάρτησης της Ευρώπης από εισαγόμενο αέριο. Παρά τις σημαντικές προόδους στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού και τη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο μέσω αγωγών, η ΕΕ παραμένει δομικά εκτεθειμένη. Το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) έχει αναδειχθεί ως η ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά οι αγορές LNG είναι εγγενώς παγκόσμιες και ολοένα πιο ανταγωνιστικές. Οποιαδήποτε διακοπή, πραγματική ή αντιληπτή, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις τιμές.

Εδώ παρεμβαίνει η γεωπολιτική. Μια μικρή αλλά αυξανόμενη ομάδα αναλυτών και συμμετεχόντων στην αγορά αρχίζει να ενσωματώνει ευρύτερους γεωπολιτικούς κινδύνους στις προβλέψεις τους. Οι ολοένα πιο επιθετικές διεκδικήσεις του προέδρου Τραμπ πάνω στη Γροιλανδία, σε συνδυασμό με μια ενδεχόμενη κλιμακούμενη κρίση γύρω από το Ιράν, έχουν αυξήσει τις ανησυχίες ως προς την ασφάλεια και την αξιοπιστία των παγκόσμιων ροών LNG. Παρότι η Ευρώπη δεν εμπλέκεται άμεσα σε κανένα από αυτά τα σημεία έντασης, οι ενεργειακές αγορές είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στην αβεβαιότητα. Ακόμη και η υπόνοια διακοπών στις ναυτιλιακές οδούς, στις εγκαταστάσεις παραγωγής ή στις διπλωματικές σχέσεις μπορεί να προκαλέσει μεταβλητότητα τιμών, ειδικά σε περιόδους περιορισμένης προσφοράς.

Η όλη κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την άνοδο των τιμών φυσικού αερίου στο Henry Hub των ΗΠΑ τις τελευταίες εβδομάδες. Από τα $4,20/MMBtu τον Δεκέμβριο, το μηνιαίο συμβόλαιο φυσικού αερίου διαπραγματεύεται πλέον κοντά στα $5/MMBtu. Καίτοι οι αμερικανικές τιμές παραμένουν σαφώς χαμηλότερες των ευρωπαϊκών, η ανοδική τάση στο Henry Hub έχει μεγάλη σημασία. Οι υψηλότερες εγχώριες τιμές στις ΗΠΑ μπορούν να επηρεάσουν την οικονομία των εξαγωγών LNG, περιορίζοντας πιθανώς τη διαθεσιμότητα ευέλικτων φορτίων προς την Ευρώπη. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ έχουν αναδειχθεί στον σημαντικότερο προμηθευτή LNG της Ευρώπης, οποιαδήποτε συνεχιζόμενη αύξηση των αμερικανικών τιμών μεταφέρεται αναπόφευκτα στις ευρωπαϊκές αγορές.

Συνολικά, όλοι αυτοί οι παράγοντες υποδεικνύουν ένα εύθραυστο ενεργειακό τοπίο. Ο ψυχρός καιρός, τα χαμηλά αποθέματα, η άνοδος των παγκόσμιων τιμών αερίου και η αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα δημιουργούν έναν ισχυρό συνδυασμό. Ωστόσο, είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε την διαφορά ανάμεσα σε μια πλήρη ενεργειακή κρίση και σε μια περίοδο συνεχιζόμενης πίεσης. Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, η Ευρώπη σήμερα είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε διάφορα επίπεδα. Οι υποδομές έχουν επεκταθεί, η δυναμικότητα εισαγωγής LNG έχει αυξηθεί, και τα μέτρα περιορισμού της ζήτησης, αν και ατελή, είναι πιο ανεπτυγμένα από το παρελθόν. Επιπλέον, δεν υπάρχει άμεση φυσική έλλειψη ενέργειας, αλλά μια στενότερη ισορροπία που αντανακλάται στις τιμές.

Ωστόσο, οι ίδιες οι υψηλές τιμές μπορούν να είναι αποσταθεροποιητικές. Διαβρώνουν τη δημόσια υποστήριξη για τις πολιτικές ενεργειακής μετάβασης, επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς μέσω επιδοτήσεων και αποζημιώσεων και θέτουν τις ενεργοβόρες βιομηχανίες σε μειονεκτική θέση. Για τις χώρες της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, όπου τα εισοδήματα είναι χαμηλότερα και τα ενεργειακά συστήματα συχνά λιγότερο ευέλικτα, οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές.

Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του μήνα, τα σήματα της αγοράς θα γίνουν πιο σαφή. Οι προβλέψεις καιρού, οι πορείες των αποθεμάτων και τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης LNG θα προσφέρουν καλύτερη ορατότητα για το αν οι τρέχουσες εντάσεις θα χαλαρώσουν ή θα ενταθούν. Αυτό που παραμένει σαφές, όμως, είναι ότι η Ευρώπη λειτουργεί με πολύ στενότερο περιθώριο λάθους από όσο θα ήθελε.

Το αν κατευθυνόμαστε προς μια νέα ενεργειακή κρίση ή απλώς βιώνουμε έναν δύσκολο χειμώνα θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθούν αυτοί οι πολλαπλοί κίνδυνοι και από το πόσο γρήγορα θα μπορέσουν οι πολιτικές και οι αγορές να προσαρμοστούν. Ένα είναι βέβαιο: η ενεργειακή ασφάλεια στην Ευρώπη παραμένει εύθραυστη, και η αδιαφορία θα ήταν ένα δαπανηρό λάθος.

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr