και ωθεί σταθερά ανοδικά τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Τις τελευταίες 48 ώρες, το επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής έχει μετατοπιστεί αποφασιστικά προς το Ιράν. Ναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν μετακινηθεί σε θέσεις άμεσης επιχειρησιακής ετοιμότητας στον Περσικό Κόλπο και στον Ινδικό Ωκεανό, ανοιχτά των νοτίων ακτών του Ιράν, οδηγώντας σε εύλογες εικασίες περί επικείμενης στρατιωτικής δράσης κατά ιρανικών στόχων. Η κυβέρνηση του Προέδρου Τραμπ δεν επιχείρησε σε καμία περίπτωση να υποβαθμίσει τις προθέσεις της· αντίθετα, τις ενίσχυσε. Ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πητ Χέγκσεθ, προχώρησε την Πέμπτη (29 Ιανουαρίου) σε σαφή προειδοποίηση, δηλώνοντας ότι «οι στρατιωτικές δυνάμεις θα είναι έτοιμες να αναλάβουν δράση κατά του Ιράν, για την υλοποίηση αποφάσεων του Προέδρου των ΗΠΑ».
Η δήλωση αυτή ακολούθησε μια προγενέστερη και χαρακτηριστικά δραματική ανάρτηση του Προέδρου Τραμπ στο TruthSocial, όπου ανέφερε ότι «μια τεράστια Αρμάδα κατευθύνεται προς το Ιράν», προσθέτοντας ότι κινείται «γρήγορα, με μεγάλη ισχύ, ενθουσιασμό και σκοπό». Κάνοντας ευθεία αναλογία με τη Βενεζουέλα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι «ο στόλος είναι έτοιμος, πρόθυμος και ικανός να εκπληρώσει άμεσα την αποστολή του, με ταχύτητα και βία αν χρειαστεί». Κατέληξε δε με ένα αδιαμφισβήτητο τελεσίγραφο: «Ο χρόνος τελειώνει για την Τεχεράνη, είναι πραγματικά κρίσιμος. Όπως είπα στο Ιράν και στο παρελθόν: ΚΑΝΤΕ ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ! Δεν το έκαναν και ακολούθησε η Επιχείρηση Midnight Hammer (Ιούνιος 2025) και εκτεταμένες καταστροφές στο Ιράν. Η επόμενη επίθεση θα είναι πολύ χειρότερη!».
Η ρητορική αυτή, σε συνδυασμό με τη σαφή συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην περιοχή, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφιβολίας ως προς την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη απευθύνει σαφές μήνυμα προς την ηγεσία του Ιράν, απαιτώντας τον πλήρη και άνευ όρων παροπλισμό του μηχανισμού πυρηνικού εμπλουτισμού που εξακολουθεί να διαθέτει το Ιράν. Ορισμένοι αναλυτές ερμηνεύουν την απειλή στρατιωτικών πληγμάτων όχι μόνο ως μέτρο μη διάδοσης, αλλά και ως μορφή τιμωρίας προς το καθεστώς Χαμενεΐ, στον απόηχο της πρόσφατης βίαιης καταστολής των διαδηλώσεων, κατά την οποία χιλιάδες άνθρωποι φέρονται να σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας.
Για τις αγορές ενέργειας, οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Η περιοχή του Κόλπου φιλοξενεί μερικούς από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, και κάθε ένδειξη αποσταθεροποίησης έχει άμεσο αντίκτυπο στις τιμές. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν οι ΗΠΑ θα πλήξουν το Ιράν, αλλά το εύρος και η διάρκεια οποιασδήποτε στρατιωτικής επέμβασης, καθώς και ο τρόπος αντίδρασης των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Το πλέον δυσοίωνο σενάριο παραμένει το κλείσιμο ή ακόμη και η μερική διακοπή μεταφοράς μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων φορτίων LNG. Εάν αυτό το κρίσιμο πέρασμα παρεμποδιστεί, έστω και προσωρινά, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν εύκολα να εκτιναχθούν στα 100 δολάρια ανά βαρέλι από περίπου 70 δολάρια σήμερα, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα €80/MWh από περίπου €40/MWh.
Ωστόσο, η Μέση Ανατολή αποτελεί μόνο ένα μέτωπο σε ένα διευρυνόμενο τόξο αστάθειας. Στην Ανατολική Ευρώπη, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζει να ασκεί έντονες πιέσεις στις αγορές ενέργειας. Οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να στοχεύουν τις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές και τις αστικές περιοχές, οδηγώντας χιλιάδες πολίτες σε καταφύγια εν μέσω ακραίων χειμερινών συνθηκών. Σε απάντηση, οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν εντείνει τις επιθέσεις σε ρωσικούς τερματικούς σταθμούς πετρελαίου και δεξαμενόπλοια στη Μαύρη Θάλασσα, με στόχο τη διατάραξη των εξαγωγικών ροών της Μόσχας και την αποδυνάμωση της εσόδων της. Η εκστρατεία αυτή φαίνεται να αποδίδει απτά αποτελέσματα.
Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα των FinancialTimes, τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο μειώθηκαν αισθητά κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2025, καθώς οι κυρώσεις άρχισαν να γίνονται πιο αισθητές. Τα συνολικά έσοδα της Ρωσίας πέρυσι υποχώρησαν κατά περίπου 20% σε σύγκριση με το 2024, καθώς οι αυξανόμενες εκπτώσεις στις τιμές που προσφέρουν οι ρωσικές εταιρείες, συνέπεσαν με τις χαμηλές διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ασκώντας ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στην πολεμική οικονομία του Κρεμλίνου. Οι εκπτώσεις στο ρωσικό αργό διευρύνθηκαν σε πάνω από 24 δολάρια ανά βαρέλι, έναντι περίπου 15 δολαρίων τα προηγούμενα δύο έτη. Η εξέλιξη αυτή είναι ενδεικτική του πώς οι κυρώσεις της κυβέρνησης Τραμπ διαβρώνουν τα ενεργειακά έσοδα της Ρωσίας και προκαλούν ουσιαστική οικονομική ζημία, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της σύγκρουσης.
Οι εξελίξεις αυτές προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Καθώς οι ρωσικές εξαγωγές αντιμετωπίζουν ολοένα και μεγαλύτερους περιορισμούς και οι προμήθειες από τη Μέση Ανατολή φαίνονται όλο και πιο επισφαλείς, η ισορροπία μεταξύ ασφάλειας εφοδιασμού και σταθερότητας τιμών καθίσταται πιο εύθραυστη. Οι αγορές καλούνται να τιμολογήσουν ταυτόχρονα πολλαπλούς γεωπολιτικούς κινδύνους — κάτι που σχεδόν αναπόφευκτα οδηγεί σε αυξημένη μεταβλητότητα.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ολοένα πιο απαιτητικό στρατηγικό περιβάλλον. Η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρούν να διαφοροποιήσουν την εξωτερική τους πολιτική και να μειώσουν την εξάρτησή τους από το εμπόριο με τις ΗΠΑ, εν μέσω μιας διατλαντικής σχέσης που πολλοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θεωρούν πλέον απογοητευτική και αναξιόπιστη. Παράλληλα, η Ευρώπη συνεχίζει τη μακρά και επίπονη διαδικασία απεξάρτησης από τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτή η διπλή αναπροσαρμογή είναι βέβαιο ότι θα ασκήσει πρόσθετες πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού ενέργειας, επιβάλλοντας αλλαγές στις διαδρομές εισαγωγών, στις συμβατικές δομές και στις προτεραιότητες υποδομών.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα που δέχεται πιέσεις από όλες τις πλευρές. Οι κίνδυνοι εφοδιασμού αυξάνονται, τα ασφάλιστρα κινδύνου διογκώνονται, η γεωπολιτική εμπιστοσύνη διαβρώνεται και η εμπιστοσύνη των αγορών αποδυναμώνεται. Ακόμη και απουσία ενός άμεσου σοκ προσφοράς, η ίδια η αντίληψη του κινδύνου αρκεί για να ωθήσει τις τιμές υψηλότερα, καθώς έμποροι και εταιρείες επιδιώκουν να θωρακιστούν έναντι δυσμενών σεναρίων.
Καθώς ο κόσμος εισέρχεται στην επόμενη φάση αυτού που πολλοί πλέον χαρακτηρίζουν ως τη δυστοπική γεωπολιτική τάξη του Προέδρου Τραμπ, το κεντρικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πόσο ψηλά θα ανέβουν οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και για πόσο διάστημα; Με τις εντάσεις να κλιμακώνονται σε πολλαπλά μέτωπα και τα διπλωματικά περιθώρια να στενεύουν επικίνδυνα, οι αγορές ενέργειας εκτιμάται ότι θα παραμείνουν νευρικές για αρκετό ακόμη χρονικό διάστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η μεταβλητότητα δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά είναι η νέα κανονικότητα.