παρατείνει το ευρωπαϊκό αδιέξοδο γύρω από τις υψηλές τιμές ενέργειας, ένα ζήτημα που συνεχίζει να διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και να δοκιμάζει την οικονομική ανθεκτικότητα της ηπείρου.
Στον πυρήνα της διαφωνίας βρίσκεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς μπορεί η Ευρώπη να συμβιβάσει τις κλιματικές της φιλοδοξίες με την επείγουσα ανάγκη αποκατάστασης της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας; Η ευρωπαϊκή βιομηχανία, μέσω της Διακήρυξης της Αμβέρσας, απηύθυνε σαφή και επείγουσα έκκληση για δράση. Οι ηγέτες της βιομηχανίας υποστηρίζουν ότι οι επίμονα υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, οι οποίες οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στο αυξημένο κόστος άνθρακα στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), υπονομεύουν τη μεταποιητική βάση της Ευρώπης. Χωρίς αποφασιστική παρέμβαση, προειδοποιούν, η ήπειρος κινδυνεύει να επιταχύνει την αποβιομηχάνιση σε μια περίοδο εντεινόμενου παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Η Πρόεδρος φον ντερ Λάιεν, αναγνωρίζοντας ότι οι τιμές ενέργειας παραμένουν «πολύ υψηλές και υπερβολικά ευμετάβλητες», επανέλαβε τη δέσμευση της Επιτροπής στην Πράσινη Συμφωνία και έθεσε την ολοκλήρωση της Ενεργειακής Ένωσης (Energy Union) στην κορυφή της στρατηγικής ατζέντας της ΕΕ. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι συνεχιζόμενεςεπενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), η ενίσχυση των δικτύων και η βαθύτερη ενοποίηση των αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου θα οδηγήσουν τελικά σε χαμηλότερες τιμές και μεγαλύτερη σταθερότητα. Ιδιαίτερα, οι αξιωματούχοι της ΕΕ επισημαίνουν το πρόσφατα παρουσιασθέν Ευρωπαϊκό Πακέτο Δικτύων (Δεκέμβριος 2025) ως ακρογωνιαίο λίθο της μελλοντικής προσιτότητας κι ανθεκτικότητας του συστήματος.
Ωστόσο, για τους ηγέτες της βιομηχανίας, αυτή η μακροπρόθεσμη διαρθρωτική προσέγγιση της Κομισιόν δεν ανακουφίζει τις άμεσες πιέσεις κόστους. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Διακήρυξη της Αμβέρσας: «Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν υψηλότερες εντός της ΕΕ σε σύγκριση με τις ανταγωνίστριες χώρες. Το κόστος για τα Δικαιώματα Άνθρακα (CarbonAllowances) είναι μοναδικό στην Ευρώπη και το σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε να αυξάνει το κόστος χρόνο με τον χρόνο». Οι τιμές ενέργειας στην Ευρώπη είναι, κατά μέσο όρο, τριπλάσιες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και περίπου διπλάσιες από την Κίνα και άλλες μεγάλες οικονομίες της Νότιας Ασίας. Επίσης, οι διάφορες ρυθμιστικές επιβαρύνσεις και οι μηχανισμοί τιμολόγησης άνθρακα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαφορά.
Το ETS, που αρχικά σχεδιάστηκε ως μηχανισμός αγοράς για την αποτελεσματική μείωση των εκπομπών, έχει καταστεί επίκεντρο της κριτικής της βιομηχανίας. Οι εκπρόσωποι της υποστηρίζουν ότι η αγορά δικαιωμάτων άνθρακα επηρεάζεται έντονα από αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την κατανομή ή τη μείωση των δωρεάν δικαιωμάτων. Κατά την άποψή τους, αυτή η διοικητική παρέμβαση υπονομεύει την προβλεψιμότητα της αγοράς και συμβάλλει στη διαρκή άνοδο των τιμών. Για τους ενεργοβόρους και διεθνώς εκτεθειμένους κλάδους — μέταλλα, χημικά, τσιμέντο και λιπάσματα — το κόστος άνθρακα δεν αποτελεί δευτερεύουσα και περιθωριακή δαπάνη, αλλά βασικό παράγοντα βιωσιμότητας.
Ως εκ τούτου, η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητά ουσιαστική αναθεώρηση του ETS και ευρύτερη επανεξέταση των ρυθμιζόμενων ενεργειακών χρεώσεων στα κράτη μέλη. Το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς άμεσα μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού και ανθρακικού κόστους, η Συμφωνία για την Καθαρή Βιομηχανία της ΕΕ(Clean Industry Deal) κινδυνεύει να παραμείνει ευχολόγιο και όχι μετασχηματιστική πολιτική. Οι βιομηχανίες ζητούν αποτελέσματα που θα είναι «ορατά στο εργοστάσιο το 2026», όχι σταδιακές μεταρρυθμίσεις των οποίων τα οφέλη θα φανούν χρόνια αργότερα.
Η Επιτροπή, ωστόσο, εμφανίζεται απρόθυμη να επανεξετάσει ουσιαστικά το πλαίσιο του ETS. Υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι υψηλές τιμές άνθρακα είναι απαραίτητες για την επιτάχυνση της απανθρακοποίησης και τη διασφάλιση της επίτευξης των κλιματικών στόχων. Κατά την άποψή τους, η αποδυνάμωση της τιμολόγησης άνθρακα θα έστελνε λανθασμένο μήνυμα στις αγορές και τους επενδυτές, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της Ευρώπης ως παγκόσμιου ηγέτη για το κλίμα. Θέση με την οποία διαφωνεί κάθετα η βιομηχανία.
Η σύγκρουση αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ένταση στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ: από τη μία η επιταγή της κλιματικής ηγεσίας και της ρυθμιστικής συνέπειας, από την άλλη η άμεση οικονομική πραγματικότητα των επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται σε παγκοσμιοποιημένες αγορές. Το ζήτημα δεν είναι πλέον θεωρητικό. Κλείσιμο μονάδων και περιορισμοί παραγωγής σε ενεργοβόρους κλάδους αποτελούν απτή απόδειξη της πίεσης.
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, Πρόεδρος της European Metals (πρώην Eurometaux), το διατύπωσε ξεκάθαρα: «Τα ευρωπαϊκά μέταλλα είναι κεντρικά για το μέλλον της Ευρώπης, καθώς στηρίζουν την ενεργειακή μετάβαση, την ψηφιακή μετάβαση και την ασφάλεια της Ευρώπης. Βρίσκονται στα δίκτυα, στις μπαταρίες, στις ανανεώσιμες πηγές, στα κέντρα δεδομένων, στα αμυντικά συστήματα, στα κτίρια και στις μεταφορές. Η Ευρώπη δεν μπορεί να διεκδικεί ηγεσία στις καθαρές τεχνολογίες, ενώ εισάγει τα υλικά και εξάγει τις θέσεις εργασίας». Η προειδοποίησή του αναδεικνύει το παράδοξο της σημερινής πολιτικής: μια περιοχή που επιδιώκει τεχνολογική κυριαρχία κινδυνεύει να αποδυναμώσει τις βιομηχανίες που τη στηρίζουν.
Οι επόμενοι μήνες του 2026 αναμένεται να είναι καθοριστικοί. Η Έκθεση Παρακολούθησης της Διακήρυξης της Αμβέρσας δείχνει ότι περίπου το 83% των βασικών δεικτών απόδοσης δεν παρουσίασε ουσιαστική βελτίωση τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω του Inflation Reduction Act, και η Κίνα, με τη δική της κρατικά υποστηριζόμενη βιομηχανική στρατηγική, συνεχίζουν να προσελκύουν επενδύσεις.
Το αδιέξοδο μεταξύ βιομηχανίας και Επιτροπής δεν αποτελεί απλώς διαφωνία πολιτικής, αλλά δοκιμασία στρατηγικού προσανατολισμού. Μια πιθανή ρεαλιστική διέξοδος θα μπορούσε να περιλαμβάνει στοχευμένες προσαρμογές του ETS, προσωρινούς μηχανισμούς στήριξης για ενεργοβόρους κλάδους και επιτάχυνση επενδύσεων σε δίκτυα και αποθήκευση. Ωστόσο, αυτό απαιτεί πολιτική βούληση και αναγνώριση ότι η ανταγωνιστικότητα και οι κλιματικές φιλοδοξίες πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα.
Προς το παρόν, η απόκλιση παραμένει. Καθώς η Ευρώπη συζητά το βιομηχανικό της μέλλον, οι υψηλές τιμές ενέργειας συνεχίζουν να επιβαρύνουν εργοστάσια, καταναλωτές και επενδυτικές αποφάσεις. Το αν η Επιτροπή και η βιομηχανία θα καταφέρουν να γεφυρώσουν τις προτεραιότητές τους θα καθορίσει όχι μόνο την πορεία των ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών, αλλά και τη συνολική οικονομική ανθεκτικότητα της ηπείρου σε έναν ολοένα πιο ανταγωνιστικό κόσμο.