Σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Fed, οι εισαγωγές ως ποσοστό των ενεργειακών αναγκών της Ε.Ε. αυξήθηκαν από 50% το 1990 σε 58% σήμερα. Αλλες χώρες που εισάγουν μεγάλες ποσότητες, όπως η Κίνα και η Ινδία, καλύπτουν το 24% και το 37% αντίστοιχα των ενεργειακών τους αναγκών. Μάλιστα, ακόμη και σε αυτό το χαμηλότερο ποσοστό, το Πεκίνο θεωρεί ότι η εξάρτηση από εισαγωγές αποτελεί σημαντική ευαλωτότητα. Η Κίνα έχει δημιουργήσει στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και επεκτείνει την αιολική και ηλιακή ενέργεια, για να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια. Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την κυριαρχία της στις σπάνιες γαίες ως μοχλό πίεσης στο εξωτερικό.
Απεναντίας, η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγωγές έχει ήδη γυρίσει μπούμερανγκ αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Η Ρωσία διέκοψε τις ροές φυσικού αερίου προς την Ε.Ε. μέσω αγωγών λίγο μετά την εισβολή στην Ουκρανία, πυροδοτώντας μία μεγάλη κρίση. Εκείνη τη χρονιά, η Ε.Ε. υποχρεώθηκε να δαπανήσει 3,8% του ΑΕΠ της για εισαγωγές ενέργειας, μετά την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Το περασμένο καλοκαίρι, ο Λευκός Οίκος εκμεταλλεύτηκε την εξάρτηση αυτή για να απαιτήσει από την Ε.Ε. πρόσθετες αγορές αμερικανικής ενέργειας με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Επίσης, το Κατάρ απείλησε να περιορίσει τις προμήθειες LNG αν οι Βρυξέλλες δεν χαλάρωναν τους κλιματικούς κανόνες.
Μετά τη ρήξη με τη Μόσχα, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ έχει αυξηθεί. Το αμερικανικό μερίδιο στις εισαγωγές LNG εκτινάχθηκε στο 60% το τρίτο τρίμηνο του 2025, από 28% την ίδια περίοδο του 2021.
Η υποκατάσταση του ρωσικού αερίου με αμερικανικό LNG ήταν λογικό βήμα εκείνη την περίοδο, καθώς η κατασκευή τερματικών σταθμών ήταν ο ταχύτερος τρόπος αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης. Η Ε.Ε. θεωρούσε επίσης αυτονόητο ότι οι ΗΠΑ αποτελούν αξιόπιστο εταίρο. Ωστόσο, η πρόσφατη απειλή του Ντόναλντ Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας κλόνισε την εμπιστοσύνη στις διατλαντικές σχέσεις. «Νομίζω ότι η Γροιλανδία ήταν ένα καμπανάκι αφύπνισης», είπε στη Wall Street Journal ο Γιαν Ρόζενοου, καθηγητής ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Υπάρχει περισσότερη συζήτηση (στις Βρυξέλλες) για την αντικατάσταση μιας εξάρτησης με μια άλλη», συμπλήρωσε.
Πλέον, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα στραφεί προς τις ΗΠΑ ή την Κίνα, για να διασφαλίσει την ενεργειακή της επάρκεια. Αν η ήπειρος αυξήσει την παραγωγή από ηλιακή και αιολική ενέργεια, θα χρειαστεί να προμηθευτεί το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού από την Κίνα, η οποία αποτελεί το παγκόσμιο «εργοστάσιο» τεχνολογιών καθαρής ενέργειας.
Στο Νταβός, ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ είπε ότι σε αυτό το σενάριο η Ευρώπη θα γινόταν υποτελής του Πεκίνου. Ωστόσο ούτε οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται ως απόλυτα αξιόπιστος σύμμαχος. Ο Τραμπ απείλησε με αύξηση δασμών αν η Ευρώπη εμπόδιζε την απόκτηση της Γροιλανδίας.
Πέρα από την πολιτική διάσταση, η Ευρώπη πρέπει να μειώσει το ενεργειακό κόστος για να προστατεύσει τη βιομηχανία της. Σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση ανταγωνιστικότητας της Κομισιόν, οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη πληρώνουν διπλάσια τιμή για ηλεκτρισμό σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Η εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή θα μπορούσε να τη θωρακίσει από τις έντονες διακυμάνσεις τιμών που προκαλούνται από γεωπολιτικές εντάσεις.
Πέρυσι, πάντως, η ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ ξεπέρασε την παραγωγή από ορυκτά καύσιμα στην Ε.Ε. Επίσης, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες συμφώνησαν πρόσφατα να κατασκευάσουν ένα γιγαντιαίο υπεράκτιο αιολικό πάρκο στη Βόρεια Θάλασσα, το οποίο θα παράγει έως και 100 γιγαβάτ ενέργειας. Αν και μεγάλο μέρος του εξοπλισμού εισάγεται από την Κίνα, μέρος της παραγωγής μπαταριών και ανεμογεννητριών πραγματοποιείται εντός Ευρώπης.
Τέλος, οι ανησυχίες για το κλίμα εξακολουθούν να επηρεάζουν τις πολιτικές επιλογές στην Ευρώπη. Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα φαίνεται να αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία της Ευρώπης για να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση και να αποτρέψει την πίεση από ξένες κυβερνήσεις.
(από την εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ")