αποθέματα που εκτιμώνται σε περίπου 303 δισ. βαρέλια —περίπου το 17,5% των παγκόσμιων αποθεμάτων— η Βενεζουέλα αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο ανεκμετάλλευτο πετρελαϊκό «έπαθλο» στον κόσμο.
Ο Τραμπ κάλεσε ανοιχτά τις μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επιστρέψουν και να εκμεταλλευτούν αυτά τα κοιτάσματα, παρουσιάζοντας την επέμβαση τόσο ως οικονομική ευκαιρία όσο και ως στρατηγική επιταγή. Ωστόσο, ο υποσχόμενος πακτωλός πετρελαίου δεν έχει προκαλέσει την επέλαση ενεργειακών εταιρειών που ανέμενε ο Λευκός Οίκος. Εταιρείες όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, οι οποίες εκδιώχθηκαν από τη Βενεζουέλα επί Ούγκο Τσάβες στις αρχές της δεκαετίας του 2000, παραμένουν βαθιά επιφυλακτικές. Στελέχη του κλάδου υποστηρίζουν ότι η αναβίωση του πετρελαϊκού τομέα της Βενεζουέλας θα απαιτούσε επενδύσεις έως και 100 δισ. δολάρια σε βάθος πενταετίας, καθώς και πολιτική σταθερότητα, ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο και σαφείς εγγυήσεις από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Σε μια περίοδο κατά την οποία παρατηρείται υπερπροσφορά πετρελαίου στην παγκόσμιο αγορά και οι τιμές του κινούνται πτωτικά, και εναλλακτικές επενδύσεις προσφέρουν καλύτερες αποδόσεις προσαρμοσμένες στον κίνδυνο, η Βενεζουέλα μοιάζει λιγότερο με ευκαιρία και περισσότερο με βάρος που αντιπροσωπεύει υψηλό ρίσκο.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στις γεωπολιτικές φιλοδοξίες του Τραμπ και τον ρεαλισμό των αγορών, αποκαλύπτει ένα θεμελιώδες ρήγμα μεταξύ της εμπορικής λογικής των αμερικανικών πετρελαϊκών και των γεωπολιτικών στόχων της κυβέρνησης. Ενώ η Ουάσιγκτον επιδιώκει να προβάλει ισχύ και να εξασφαλίσει στρατηγικούς πόρους, το ιδιωτικό κεφάλαιο παραμένει απρόθυμο να δραστηριοποιηθεί σε ένα ασταθές και δυνητικά εχθρικό περιβάλλον. Χρόνια εγκατάλειψης, υποδομές σε αποσύνθεση και η τεχνική πολυπλοκότητα του βαρέος και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο πετρελαίου της Βενεζουέλας περιπλέκουν περαιτέρω την εικόνα. Το επεισόδιο υπογραμμίζει μια δυσάρεστη πραγματικότητα: ακόμη και η συντριπτική κρατική ισχύς δεν μπορεί να επιβάλει κερδοφόρα αποτελέσματα χωρίς αξιόπιστα πολιτικά και χρηματοοικονομικά πλαίσια.
Παρά ταύτα, το μήνυμα που έστειλε η Ουάσιγκτον ήταν αδιαμφισβήτητο. Ο αποκλεισμός των εξαγωγών πετρελαίου της Βενεζουέλας και η εν συνεχεία κατάσχεση δεξαμενόπλοιων στη θάλασσα και η πώληση του πετρελαίου που μετέφεραν, καταδεικνύουν την αμερικανική κυριαρχία στην πιο ωμή της μορφή. Πρόκειται για ισχύ που ασκείται μονομερώς, χωρίς πολυμερή συναίνεση, σηματοδοτώντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να ενεργήσουν αποφασιστικά για να διασφαλίσουν ό,τι ορίζουν αυτές ως ζωτικά τους συμφέροντα. Για πολλούς παρατηρητές, αυτό σηματοδοτεί την αναβίωση ενός σκληρού δόγματος ημισφαιρικού ελέγχου και την διπλωματία των κανονιοφόρων του 19ου αιώνα.
Η Ρωσία, ειδικότερα, έχει λάβει το μήνυμα. Η Μόσχα είχε καλλιεργήσει στενούς δεσμούς με το Καράκας, θεωρώντας τη Βενεζουέλα στρατηγικό προγεφύρωμα στη Λατινική Αμερική και σύμβολο αντίστασης στην αμερικανική επιρροή. Ο εκφοβισμός πρώην συμμάχων της Ρωσίας και η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με ρωσικά συμφέροντα έχουν εξοργίσει το Κρεμλίνο. Ωστόσο, η αντίδραση της Ρωσίας υπήρξε συγκρατημένη. Απορροφημένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία και επιφυλακτική απέναντι σε υπερπόντιες εμπλοκές, η Μόσχα φαίνεται απρόθυμη να συγκρουστεί άμεσα με την Ουάσιγκτον στο Δυτικό Ημισφαίριο. Αντ’ αυτού, επικεντρώνεται στην υπεράσπιση των βασικών της συμφερόντων εγγύτερα στην επικράτειά της, στην Αρκτική και την Άπω Ανατολή, όπου διακυβεύονται η εδαφική της ακεραιότητα και η μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η λογική πίσω από τις ενέργειες της Ουάσιγκτον γίνεται ακόμη πιο σαφής όταν ιδωθεί παράλληλα με την επιμονή του προέδρου Τραμπ στην προσάρτηση της Γροιλανδίας. Ευρέως επικριμένη από αναλυτές και Ευρωπαίους ηγέτες, αυτή η φιλοδοξία αποτελεί μια ακόμη τολμηρή έκφραση αυτού που πολλοί πλέον αποκαλούν «Δόγμα Donroe» — μια σύγχρονη, πιο επιθετική επανερμηνεία του Δόγματος Μονρόε. Η στρατηγική αξία της Γροιλανδίας είναι αδιαμφισβήτητη: πλούσια κοιτάσματα ορυκτών, δυνητικοί υδρογονάνθρακες και δεσπόζουσα θέση στη ραγδαία προσβάσιμη κι ανοικτή σε επενδύσεις Αρκτική. Όμως η Γροιλανδία ανήκει στη Δανία, σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Οποιαδήποτε αμερικανική κίνηση για βίαιη προσάρτηση της περιοχής θα έπληττε τον πυρήνα της Ατλαντικής Συμμαχίας, ενδεχομένως σηματοδοτώντας το τέλος του ΝΑΤΟ όπως το γνωρίζουμε σήμερα και αφήνοντας την Ευρώπη να αναζητά εσπευσμένα νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Αν η Βενεζουέλα καταδεικνύει την αμερικανική κυριαρχία στην αμερικανική ήπειρο, η Γροιλανδία δοκιμάζει τα όρια της πολιτικής των συμμαχιών. Μαζί, υποδηλώνουν μια κοσμοαντίληψη στην οποία οι παραδοσιακές εταιρικές σχέσεις και οι θεσμοί υποτάσσονται στο ωμό στρατηγικό πλεονέκτημα. Αυτή η προσέγγιση διακινδυνεύει να απογυμνώσει τις ίδιες τις δομές που στήριξαν τη δυτική ασφάλεια επί δεκαετίες.
Η Μέση Ανατολή προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αστάθειας. Το Ιράν συγκλονίστηκε πρόσφατα από εκτεταμένες διαδηλώσεις λόγω του πληθωρισμού και των ελλείψεων σε τρόφιμα, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με βίαιη καταστολή από το θεοκρατικό καθεστώς. Παρά τις αμερικανικές απειλές για επέμβαση «προκειμένου να προστατευθούν οι διαδηλωτές», η εξέγερση κατεστάλη, με 3000 νεκρούς σύμφωνα με αναφορές. Αν και μια επικείμενη αλλαγή καθεστώτος φαντάζει απίθανη σε αυτό το στάδιο, πολλοί παρατηρητές εκτιμούν ότι η αναταραχή αποκάλυψε βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες και ότι μια νέα έκρηξη δεν πρόκειται να αργήσει. Την ίδια στιγμή, η αποφασιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ να εξουδετερώσουν στρατιωτικά το Ιράν, δεδομένης της εξάρτησης από την Τεχεράνη πληρεξουσίων στρατιωτικών δυνάμεων που εξακολουθούν να δρουν σε ολόκληρη την περιοχή, υποδηλώνει ότι η τελική αντιπαράθεση πλησιάζει.
Όλες αυτές οι εξελίξεις εντάσσονται σχεδόν αρμονικά στο νέο «μεγάλο παιχνίδι» του προέδρου Τραμπ γύρω από τις εξορύξεις, την χαρτογράφηση και το διεθνές εμπόριο (υπό την έννοια του μερκαντιλισμού), μια στρατηγική που αναδεικνύεται στην πρόσφατη ανάλυση της Ράνα Φορουχάρ στους Financial Times (12/1). Ο έλεγχος των φυσικών πόρων, των εδαφών και των εμπορικών οδών τίθεται πάνω από τους πολυμερείς κανόνες και τους θεσμούς. Η ισχύς, και όχι η συναίνεση, ορίζει τη νομιμοποίηση.
Οι συνέπειες για την παγκόσμια τάξη είναι βαθιές. Η αναβίωση ενός δόγματος που εδράζεται στη μονομερή κυριαρχία έρχεται σε μια εποχή όπου η ισχύς κατακερματίζεται ολοένα και περισσότερο. Η Κίνα συνεχίζει να επεκτείνει την επιρροή της μέσω του εμπορίου και της τεχνολογίας, η Ρωσία οχυρώνεται πλησιέστερα στα σύνορά της και με ασπίδα της τους τεράστιους φυσικούς πόρους που διαθέτει και η Ευρώπη βρίσκεται στρατηγικά μετέωρη και αμυντικά εκτεθειμένη. Σε αυτό το περιβάλλον, η κυριαρχία, η αλληλεγγύη των συμμαχιών και το διεθνές δίκαιο υφίστανται ολοένα μεγαλύτερη πίεση.
Το Δόγμα Donroe μπορεί να προβάλλει ισχύ και να αποφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη, αλλά ταυτόχρονα επιταχύνει την αστάθεια και οδηγεί σε απρόβλεπτες εξελίξεις. Καθώς το 2026 προχωρά, το κεντρικό ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική θα επιβάλει τάξη ή αν θα εγκαινιάσει μια ακόμα πιο ταραχώδη εποχή, σημαδεμένη από αντιπαραθέσεις, κατακερματισμό και τη σταδιακή διάβρωση του μεταπολεμικού παγκόσμιου συστήματος.