Καθώς η Ινδία αναδείχθηκε στον δεύτερο μεγαλύτερο εισαγωγέα ρωσικού πετρελαίου από το 2022 και έπειτα, ο Πρόεδρος Τραμπ είχε εντείνει τις πιέσεις του προς τον Πρωθυπουργό Μόντι με στόχο να περιορίσει τα έσοδα της Ρωσίας και να τη φέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Μάλιστα, ο Τραμπ είχε επιβάλει δασμούς 50% κατά της Ινδίας τον περασμένο Αύγουστο, αναφέροντας ρητά πως επρόκειτο για ένα τιμωρητικό μέτρο για την αγορά ρωσικού πετρελαίου. Μολονότι εκείνο το μέτρο δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό, οι τελευταίες εβδομάδες σηματοδοτούν μία σαφή αλλαγή.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου στην Ινδία μειώθηκαν εμφανώς τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, πέφτοντας αρχικά κατά 22% στο 1,38 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα και αργότερα κατά 12% στο 1,21 εκατομμύριο bpd. Οι ποσότητες αυτές είναι σαφώς μειωμένες από την κορύφωση των εισαγωγών που είχε καταγραφεί τον περασμένο Ιούνιο με 2 εκατομμύρια bpd. Όπως εξηγούν οι αναλυτές, ο βασικός λόγος για αυτή τη μείωση ήταν οι αμερικανικές κυρώσεις εναντίον των μεγαλύτερων παραγωγών πετρελαίου στη Ρωσία, της Rosneft και της Lukoil, οι οποίες ανακοινώθηκαν τον Οκτώβριο και ενεργοποιήθηκαν τον Νοέμβριο. Ως εκ τούτου, ορισμένοι αναλυτές προβλέπουν πως η Ινδία θα σταματήσει να εισάγει αργό από τους παραγωγούς που βρίσκονται υπό καθεστώς κυρώσεων, αλλά θα διατηρήσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου μεταξύ 0,8-1 εκατομμυρίου bpd τουλάχιστον μέχρι τον Απρίλιο. Μεσοπρόθεσμα, το μέλλον του ρωσικού αργού στην ινδική αγορά πιθανότατα θα καθοριστεί από τις εξελίξεις στην Ουκρανία.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ φαίνεται να θεωρεί δεδομένο πως η Ινδία θα σταματήσει εντελώς τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου. Στο άλλο άκρο, ο Πούτιν, ο οποίος είχε επισκεφθεί το Νέο Δελχί τον Δεκέμβριο και έγινε δεκτός με όλες τις τιμές, συνεχίζει να δηλώνει πως το εμπόριο μεταξύ Ρωσίας και Ινδίας θα παραμείνει ανεπηρέαστο από τυχόν άλλες συμφωνίες της δεύτερης. Εν μέσω όλων αυτών, ο Μόντι διατηρεί μία αμφίσημη στάση, έχοντας καταφέρει μέχρι στιγμής να ισορροπήσει τις διάφορες πιέσεις που δέχεται εξωτερικά και εσωτερικά. Όπως έχουν γνωστοποιήσει τα διυλιστήρια της Ινδίας, η κυβέρνηση δεν τους έχει υπαγορεύσει ή έστω συμβουλεύσει για το κατά πόσο θα πρέπει να σταματήσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.
Αντιθέτως, οι όποιες αλλαγές προέρχονται από τους ίδιους τους ομίλους διύλισης, οι οποίοι καλούνται να λάβουν υπόψη διάφορους παράγοντες. Ο πρώτος είναι το κόστος. Το ρωσικό αργό παραμένει ιδιαίτερα φθηνό, με τις εκπτώσεις για την ινδική αγορά να φτάνουν ως και τα 11 δολάρια ανά βαρέλι χαμηλότερα του Brent. Τα περιοριστικά μέτρα της Δύσης είναι η κύρια αιτία αυτών των εκπτώσεων, καθώς οι Ρώσοι εξαγωγείς αναγκάζονται να προσφέρουν οικονομικά κίνητρα ώστε να προσελκύσουν αγοραστές παρά τις κυρώσεις. Ο δεύτερος είναι η ποιότητα. Δεδομένων των διαφορετικών χαρακτηριστικών του αργού ανάλογα με την περιοχή προέλευσής του, τα διυλιστήρια δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το ρωσικό πετρέλαιο με οποιαδήποτε άλλη ποιότητα. Προς το παρόν, οι ποιότητες από τη Μέση Ανατολή εμφανίζονται ως οι πιο δημοφιλείς εναλλακτικές, χάρη και στην εγγύτητά τους, με τον OPEC να έχει ξεπεράσει το 53% ως μερίδιο της ινδικής αγοράς και τη Ρωσία να έχει πέσει στο 27% από 40% στο ζενίθ της. Η Βραζιλία είναι μία άλλη χώρα που φαίνεται να κερδίζει, καθώς εκτός όλων των άλλων, αποτελεί και μέλος των BRICS μαζί με την Ινδία. Ο τρίτος είναι οι επιπτώσεις στις εξαγωγές. Με την ΕΕ να έχει απαγορεύσει την εισαγωγή πετρελαιοειδών που έχει παραχθεί με ρωσικό αργό, τα ινδικά διυλιστήρια θα πρέπει να αποφασίσουν αν προτιμούν την εσωτερική ή τη διεθνής αγορά.
Το ποιο τελικά θα είναι το μέλλον του ρωσικού αργού στην ινδική αγορά αφορά όχι μόνο τους δύο άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά και την παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Για την Ινδία, τον δεύτερο μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου σε διεθνές επίπεδο— που σύντομα αναμένεται να ξεπεράσει την Κίνα και να αναδειχθεί σε πρώτο— η έστω και μερική αντικατάσταση του ρωσικού πετρελαίου θα σημάνει την ενίσχυση του ανταγωνισμού για άλλες ποιότητες, πιθανότατα αυξάνοντας ελαφρώς τις τιμές και δημιουργώντας ένα ντόμινο ανατιμήσεων.
Για τη Ρωσία, το κενό που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από το κλείσιμο της ινδικής αγοράς είναι διόλου ασήμαντο. Η ρωσική βιομηχανία πετρελαίου έχει εν πολλοίς αντέξει στις πιέσεις κατά την τελευταία δωδεκαετία, με τη Δύση να έχει επιβάλει 30.000 διαφορετικές κυρώσεις από το 2014, όταν η Ρωσία εισέβαλε αρχικά στην Ουκρανία. Όμως, οι τελευταίοι μήνες έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά δυσχερείς με τα έσοδα από το πετρέλαιο— την μεγαλύτερη πηγή ξένων κεφαλαίων για το Κρεμλίνο— να έχουν κατρακυλήσει και την άλλη μεγάλη αγορά, την Κίνα, να έχει φτάσει στα όριά της. Σε συνδυασμό με τη δραματική συρρίκνωση των εσόδων από το φυσικό αέριο, ο ενεργειακός τομέας της Ρωσίας βιώνει πολύ δύσκολες ημέρες. Στη Μόσχα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που ανησυχούν πως η μείωση των εσόδων θα μπορούσε να προκαλέσει και μείωση της παραγωγής. Μάλιστα, ορισμένοι Ρώσοι αξιωματούχοι και αναλυτές έχουν προειδοποιήσει πως η συγκεκριμένη κατάσταση θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε μία δημοσιονομική κρίση αντίστοιχη με εκείνη που οδήγησε στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης τη δεκαετία του 1980.
Φυσικά, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στην Ινδία ή τη Ρωσία. Η οποιαδήποτε αλλαγή στις τιμές θα γίνει αισθητή και στον μεγαλύτερο παραγωγό και καταναλωτή πετρελαίου παγκοσμίως, τις ΗΠΑ. Αν οι τιμές του πετρελαίου αυξηθούν, τότε ο πληθωρισμός αναπόφευκτα θα ακολουθήσει, καταστρέφοντας το αβάσιμο αφήγημα του Τραμπ περί επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής του. Αν οι τιμές μειωθούν, τότε οι ανεξάρτητοι Αμερικάνοι παραγωγοί που βασίζονται στο ακριβότερο σχιστολιθικό πετρέλαιο θα πιεστούν ακόμα περισσότερο, με τις εξορύξεις και την παραγωγή να μειώνεται. Εξάλλου, είναι γνωστό πως οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες πέραν των δύο κολοσσών Exxon και Chevron, είναι ιδιαίτερα δυσαρεστημένες με τον Τραμπ, κατηγορώντας τον για τους χειρισμούς του τόσο σε σχέση με τον OPEC, όσο και με τη Βενεζουέλα.