Ριζική Αναδιάρθρωση του Ενεργειακού Χάρτη Μετά τις Συμφωνίες ΗΠΑ και ΕΕ με Ινδία

Ριζική Αναδιάρθρωση του Ενεργειακού Χάρτη Μετά τις Συμφωνίες ΗΠΑ και ΕΕ με Ινδία
της Μύρνας Νικολαΐδου
Τετ, 4 Φεβρουαρίου 2026 - 07:45

Την στροφή της Ινδίας προς την Δύση σηματοδοτούν οι συμφωνίες που υπέγραψε το Νέο Δελχί πρώτα με  την ΕΕ και έπειτα με τις ΗΠΑ. Η συμφωνία με τις ΗΠΑ προβλέπει την διακοπή αγοράς ρωσικού πετρελαίου, μετά την αύξηση που είχε σημειωθεί  το 2022. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ θα μειώσουν τους δασμούς στα ινδικά προϊόντα από το 50% στο 18%, αίροντας τα προστατευτικά μέτρα που είχαν επιβληθεί τους προηγούμενους μήνες. H Ινδία ήταν ο κορυφαίος αγοραστής ρωσικού πετρελαίου μέσω θαλάσσης μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. 

 

Η αποχώρησή της αναγκάζει τη Ρωσία να αναζητήσει εναλλακτικούς αγοραστές, με την Κίνα να αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική αλλά ήδη κορεσμένη επιλογή.  Είχε προηγηθεί η υπογραφή της  Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου (FTA)  Ινδίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία προβλέπει την κατάργηση ή δραστική μείωση δασμών στο 97% των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς την Ινδία και συνδέεται άμεσα με τους νέους κανόνες της ΕΕ, οι οποίοι είναι  σε ισχύ από τις 21 Ιανουαρίου  και  απαγορεύουν την εισαγωγή καυσίμων  από ινδικά διυλιστήρια εάν αυτά χρησιμοποιούν ρωσικό αργό.

Η οριστική διακοπή των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου, σε συνδυασμό με τη νέα στάση της Ινδίας, σηματοδοτεί μια ριζική αναδιάρθρωση του ενεργειακού χάρτη της Ευρώπης με σημαντικές οικονομικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις. Συγκεκριμένα η νέα νομοθεσία της ΕΕ απαγορεύει πλέον την εισαγωγή καυσίμων (όπως ντίζελ) που διυλίστηκαν σε τρίτες χώρες (π.χ. Ινδία, Τουρκία) χρησιμοποιώντας ρωσικό αργό. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη σταματά να χρηματοδοτεί τη Ρωσία από την πίσω πόρτα. Σημειωτέον ότι περίπου το 22% των εισαγωγών μεσαίων αποσταγμάτων (όπως το ντίζελ κίνησης και θέρμανσης) της ΕΕ προερχόταν από την Ινδία και την Τουρκία. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες υποχρεούνται πλέον να παρέχουν  αποδείξεις προέλευσης για το αργό πετρέλαιο που χρησιμοποιήθηκε στα προϊόντα που εισάγουν, αυξάνοντας το γραφειοκρατικό και ελεγκτικό κόστος.

Και το ερώτημα είναι αν τελικά η διακοπή της ροής του ρωσικού αργού θα έχει αντίκτυπο στην τσέπη του Ευρωπαίου καταναλωτή και εν τέλει αν θα ωφελήσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία που ήδη βρίσκεται υπό τεράστια πίεση. Σύμφωνα με αναλυτές, η νέα αυτή πραγματικότητα ενδέχεται να προκαλέσει βραχυπρόθεσμες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη που εξαρτάται περισσότερο από αυτές τις διαδρομές. Επιπλέον η Ευρώπη στρέφεται πλέον σε προμηθευτές από τον Κόλπο και τις ΗΠΑ, κάτι που αυξάνει τα θαλάσσια ναύλα, καθώς το πετρέλαιο πρέπει να ταξιδέψει μεγαλύτερες αποστάσεις για να φτάσει στα ευρωπαϊκά λιμάνια. Παράλληλα, υπάρχει και το πρόβλημα της τεχνικής προσαρμογής. Πολλά ευρωπαϊκά διυλιστήρια (ειδικά σε Γερμανία, Πολωνία, Ουγγαρία) ήταν κατασκευασμένα αποκλειστικά για τον τύπο Urals (ρωσικό αργό) και η επεξεργασία άλλων τύπων (π.χ. ελαφρύ αμερικανικό σχιστολιθικό) απαιτεί δαπανηρές μετατροπές στις υποδομές. Ενώ ταυτόχρονα αναμένεται κύμα προσφυγών και διαιτησιών λόγω αθέτησης συμβολαίων (force majeure) καθώς οι ευρωπαϊκές εταιρείες αναγκάζονται να τερματίσουν υφιστάμενες συνεργασίες με προμηθευτές που χρησιμοποιούν ρωσική πρώτη ύλη

Είναι γεγονός ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται απέναντι σε μια τεράστια πρόκληση καθώς “απογαλακτίζεται” βίαια από την Ρωσία. Η ΕΕ αναγκάζει τη βιομηχανία να επενδύσει ταχύτερα σε τεχνολογίες υδρογόνου και ηλεκτρισμό από ανανεώσιμες πηγές. Αυτό ενδέχεται να προκαλέσει "σοκ" ρευστότητας στις επιχειρήσεις λόγω των τεράστιων απαιτούμενων επενδύσεων. Κατά συνέπεια η μεταβατική αυτή περίοδος μέχρι το 2027 είναι η πιο επικίνδυνη για τη βιωσιμότητα των εργοστασίων. Και ελλοχεύει ο φόβος για μια σταδιακή αποβιομηχάνιση της ηπείρου αν οι τιμές ενέργειας δεν σταθεροποιηθούν σύντομα στα επίπεδα των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την Oxford Analytica , η ΕΕ αντικαθιστά μια εξάρτηση (ρωσικοί αγωγοί) με μια άλλη (παγκόσμια αγορά LNG), γεγονός που την καθιστά πιο ευάλωτη στις διακυμάνσεις των παγκόσμιων τιμών και τον ανταγωνισμό με την Ασία. Επιπλέον η IEEFA υπογραμμίζει ότι αυτή η εξάρτηση έρχεται σε αντίθεση με τον στόχο της ΕΕ για φθηνότερη ενέργεια, υπονομεύοντας την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.

Η Ευρώπη βασίζεται σε δύο παράγοντες ώστε να συγκρατηθούν οι τιμές. Πρώτον, η τεράστια προσφορά από τις ΗΠΑ πιέζει τις διεθνείς τιμές προς τα κάτω, κάτι που βοηθά την Ευρώπη να αγοράζει φθηνότερα από ό,τι το 2022-2023. Δεύτερον, το νέο πλαφόν της G7 στα 44,10 δολάρια αναγκάζει τη Ρωσία να πουλάει πολύ φθηνά σε τρίτες χώρες, γεγονός που έμμεσα κρατά χαμηλά τις παγκόσμιες τιμές αναφοράς για όλους. Μπορεί λοιπόν η ΕΕ να μην  ξαναβρεί το φθηνό» ρωσικό πετρέλαιο των αγωγών, αλλά μπορεί να εξασφαλίσει σταθερές τιμές μέσω των ΗΠΑ, με την προϋπόθεση ότι θα επενδύσει στις υποδομές των λιμανιών της αλλά και στων επιχειρήσεών της ώστε να δεχθούν τις αλλαγές αυτές χωρίς να υποστούν οικονομική ασφυξία.

 

 

 

 

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr