να λειτουργεί αποτελεσματικά, αρκεί να εφαρμοστούν συνεκτικές πολιτικές. Σε μια περίοδο όπου ο εξηλεκτρισμός θεωρείται κρίσιμος για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, την απεξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και την επίτευξη κλιματικών στόχων, η σταθερότητα των κανόνων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι συνεχείς συζητήσεις περί ριζικού ανασχεδιασμού, σύμφωνα με αυτή τη λογική, ενδέχεται να εντείνουν την αβεβαιότητα και να αποθαρρύνουν επενδύσεις.
Η τοποθέτηση αυτή αποκτά βαρύτητα ενόψει των διαβουλεύσεων σε επίπεδο EuropeanCouncil, όπου η ενεργειακή πολιτική βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα. Παράλληλα, μετά από δηλώσεις της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κυρίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για πιθανή παρουσίαση εναλλακτικών επιλογών ως προς τη λειτουργία της αγοράς, αναζωπυρώθηκε η δημόσια συζήτηση σχετικά με το αν απαιτούνται βαθύτερες θεσμικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, κατά την πρόσφατη μεταρρυθμιστική διαδικασία δεν διαμορφώθηκε ευρεία συναίνεση υπέρ ενός διαφορετικού μοντέλου, γεγονός που καταδεικνύει τη δυσκολία εξεύρεσης κοινά αποδεκτής εναλλακτικής.
Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής χονδρεμπορικής αγοράς βρίσκεται το σύστημα της οριακής τιμολόγησης στις αγορές άμεσης παράδοσης. Με απλά λόγια, οι μονάδες παραγωγής ενέργειας εισέρχονται στην αγορά με βάση το μεταβλητό τους κόστος και η τελική τιμή καθορίζεται από τη μονάδα με το υψηλότερο κόστος που απαιτείται ώστε να καλυφθεί η ζήτηση. Το μοντέλο αυτό διασφαλίζει ότι προηγούνται οι φθηνότερες τεχνολογίες, όπως οι ανανεώσιμες πηγές, και ότι η κατανομή των πόρων γίνεται με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Επιπλέον, δημιουργεί τα κατάλληλα σήματα τιμών για νέες επενδύσεις, επιτρέποντας την ανάκτηση κεφαλαίων σε έργα υψηλού αρχικού κόστους αλλά χαμηλού λειτουργικού, όπως τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά.
Το πρόβλημα των υψηλών λογαριασμών, ωστόσο, δεν εξαντλείται στη χονδρεμπορική τιμή. Ένας τελικός λογαριασμός περιλαμβάνει, πέρα από το κόστος ενέργειας, χρεώσεις για τη χρήση δικτύων μεταφοράς και διανομής, καθώς και φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται σε εθνικό επίπεδο. Σε αρκετές χώρες, οι τελευταίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του συνολικού ποσού. Η μείωση ή η αναδιάρθρωση αυτών των επιβαρύνσεων προβάλλεται ως άμεσο και αποτελεσματικό μέτρο ελάφρυνσης, ιδιαίτερα όταν η ηλεκτρική ενέργεια καλείται να υποκαταστήσει πιο ρυπογόνες μορφές κατανάλωσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη φορολογική μεταχείριση της ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά τον ρόλο της ως καθαρότερου ενεργειακού φορέα σε τελικό επίπεδο κατανάλωσης, συχνά επιβαρύνεται περισσότερο από το φυσικό αέριο ή άλλα καύσιμα. Η προσαρμογή της φορολογίας ώστε να ενθαρρύνει τον εξηλεκτρισμό – σε μεταφορές, θέρμανση και βιομηχανία – εκτιμάται ότι θα μπορούσε να μειώσει το συνολικό ενεργειακό κόστος μακροπρόθεσμα, ενώ ταυτόχρονα θα ευθυγραμμιστεί με τους στόχους απανθρακοποίησης.
Παράλληλα, καθοριστικής σημασίας θεωρείται η περαιτέρω διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών και η ενίσχυση των διασυνδέσεων μεταξύ κρατών-μελών. Όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο των ΑΠΕ και όσο πιο ανεπτυγμένα τα δίκτυα, τόσο λιγότερο συχνά θα καθορίζεται η τιμή από ακριβές θερμικές μονάδες που λειτουργούν με φυσικό αέριο σε περιόδους αιχμής. Η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης, όπως αντλησιοταμιευτικά και συστήματα μπαταριών, μπορεί επίσης να συμβάλει στη σταθεροποίηση των τιμών.
Στη λιανική αγορά, η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η διασφάλιση πλήρους διαφάνειας παρουσιάζονται ως βασικές προϋποθέσεις. Οι καταναλωτές χρειάζεται να έχουν στη διάθεσή τους σαφείς πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά των συμβολαίων, τις ρήτρες και τις χρεώσεις, καθώς και πρόσβαση σε εργαλεία σύγκρισης. Η ύπαρξη διαφορετικών τύπων τιμολογίων – σταθερών, κυμαινόμενων ή δυναμικών – επιτρέπει την επιλογή εκείνης της λύσης που ταιριάζει καλύτερα στο προφίλ κατανάλωσης κάθε χρήστη.
Συνολικά, η προσέγγιση που προκρίνεται δεν στηρίζεται στην αποδόμηση του υφιστάμενου πλαισίου, αλλά στη στοχευμένη διόρθωση αδυναμιών. Το «στοίχημα» για την Ευρώπη δεν είναι να ξεκινήσει από μηδενική βάση, αλλά να καταστήσει την αγορά πιο δίκαιη, διαφανή και φιλική προς την επένδυση, ώστε η ενεργειακή μετάβαση να συνδυαστεί με προσιτό κόστος για όλους.