Παρά τα αξιοσημείωτα προηγούμενα (“Πράσινο Κίνημα” μετά τις εκλογές του 2009, πληβειακές εξεγέρσεις του 2017 και 2019, κίνημα “Ζωή, Γυναίκα, Ελευθερία” του 2022) η τωρινή αναταραχή ξεχώρισε για δύο καινοφανή στοιχεία: αρχική εστία της απετέλεσε το Παζάρι, καίτοι η εμπορική τάξις αποτελούσε κοινωνικό στήριγμα του καθεστώτος όλες αυτές τις δεκαετίες, ενώ η χρήση όπλων (κατά τις αρχές, έξωθεν εισαγόμενων) υπήρξε , από την δεύτερη εβδομάδα και εξής, περισσότερο εκτεταμένη από ποτέ, εξ ού και η καταστολή άκρως αιματηρή. Η οικονομική ευαλωτότης του Ιράν, λόγω των σκληρών αμερικανικών κυρώσεων αλλά και της διαχειρίσεως της μεταρρυθμιστικής κυβερνήσεως Πεζεσκιάν άνοιξε τον "ασκό του Αιόλου".
Ό,τι έδειχνε να οδηγείται στην κλιμάκωσή του περί τις 8 Ιανουαρίου, με την διοργάνωση ογκωδών διαδηλώσεων στην Τεχεράνη και τα άλλα αστικά κέντρα, πέρασε πάντως σε φάση υφέσεως μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές μετά από δύο καθοριστικές κινήσεις των αρχών της Ισλαμικής Δημοκρατίας: τον αποκλεισμό των διεθνών επικοινωνιών και της προσβάσεως στον Διαδίκτυο, καθώς και την κάθοδο στους δρόμους των ουκ ολίγων υποστηρικτών της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με την αφορμή και των κηδειών των (περίπου 130) φονευθέντων αστυνομικών και πολιτοφυλάκων.
Εξ ού και κατά την διαρρεύσασα εβδομάδα το διεθνές ενδιαφέρον μετετοπίσθη από τις καθαρώς εσωτερικές διεργασίες του Ιράν στο ενδεχόμενο μιας αμερικανικής παρεμβολής δια στρατιωτικής χειρός.
Ο Ντόναλντ Τραμπ φρόντισε με δηλώσεις του να κρατά διαρκώς ανοικτό αυτό το ενδεχόμενο, το οποίο έδειξε να καθίσταται βεβαιότητα όταν τα μεσάνυκτα της Τετάρτης το Ιράν προχώρησε προληπτικώς σε κλείσιμο του εναερίου χώρου του, ενώ το πρακτορείο Reuters επεκαλείτο εκτιμήσεις Ευρωπαίων διπλωματών ότι τα αμερικανικά πλήγματα ήσαν υπόθεσις των επόμενων 24 ωρών.
Ακολούθησαν, ωστόσο, και μέχρι την στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ενδείξεις υποχωρήσεως της εντάσεως. Ο ίδιος ο Τραμπ ο οποίος είχε εμφατικά συνδέσει το ενδεχόμενο αμερικανικής εμπλοκής με την εκτέλεση θανατικών καταδικών συλληφθέντων διαδηλωτών, διεπίστωσε, επικαλούμενος πηγές της “άλλης πλευράς” ότι “ο σκοτωμός έχει τελειώσει”, διατηρώντας ωστόσο την ασάφεια ως προς τις μελλοντικές του προθέσεις.
“Υπάρχουν όλες οι ενδείξεις ότι επίκειται μια αμερικανική επίθεση, αλλά επίσης με αυτό τον τρόπο συμπεριφέρεται αυτή η κυβέρνηση για να κρατά τους πάντες σε εγρήγορση. Η έλλειψη προβλεψιμότητας είναι μέρος της στρατηγικής”, επεσήμανε Δυτικός αξιωματικός του στρατού στο Reuters.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, στον οποίο παραχωρήθηκε χρόνος τηλεοπτικής συνεντεύξεως στο αμερικανικό δίκτυο Fox News, υπεστήριξε ότι δεν έχουν προγραμματισθεί εκτελέσεις, ότι “επικρατεί πλέον ηρεμία” στη χώρα και οι αρχές έχουν “τον πλήρη έλεγχο” της καταστάσεως.
Αν και ο υπουργός δήλωσε ότι η Τεχεράνη είναι ανοιχτή στη διπλωματία, άλλοι αξιωματούχοι σκλήρυναν τον τόνο τους χθες έναντι των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Το Ιράν είναι έτοιμο να απαντήσει “με αποφασιστικό τρόπο” σε οποιαδήποτε επίθεση, προειδοποίησε μεταξύ άλλων ο επικεφαλής των Φρουρών της Επανάστασης Μοχαμάντ Πακπούρ.
Την Πέμπτη κηρύχθηκε πάντως μείωσις του επιπέδου συναγερμού ασφαλείας στην αμερικανική αεροπορική βάση Αλ Ουμπέιντ στο Κατάρ, το οποίο είχε αυξηθεί την προηγουμένη, και αμερικανικά αεροσκάφη, όπως και μέλη του προσωπικού, που είχαν απομακρυνθεί άρχισαν να επιστρέφουν σταδιακά.
Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των γειτονικών προς το Ιράν κρατών. Η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ προειδοποίησαν τον Λευκό Οίκο ότι μία επίθεση κατά του Ιράν θα κλόνιζε τις αγορές πετρελαίου, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times. Οι τρεις αραβικές χώρες του Κόλπου “κατέβαλαν εντατικές διπλωματικές προσπάθειες την τελευταία στιγμή για να πείσουν τον πρόεδρο Τραμπ να δώσει στο Ιράν μία ευκαιρία για να δείξει τις καλές του προθέσεις”, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο υψηλόβαθμος Σαουδάραβας αξιωματούχος που δεν κατονομάζεται.
Οι Άραβες σύμμαχοι της Ουάσινγκτον φοβούνται μήπως αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν διαταράξουν την διακίνηση του πετρελαίου μέσω του Στενού του Χορμούζ, στην είσοδο του Περσικού Κόλπου, μέσω του οποίου διακινείται το ένα πέμπτο των παγκόσμιων παραδόσεων πετρελαίου, σύμφωνα με την Wall Street Journal.
Εξ ού και το Ριάντ φέρεται να διαβεβαίωσε την Τεχεράνη ότι δεν θα εμπλακεί σε τυχόν σύγκρουση ούτε θα επιτρέψει στις ΗΠΑ την χρησιμοποίηση του εναέριου χώρου της Σαουδικής Αραβίας για πλήγματα κατά του Ιράν.
Οι μοναρχίες του Κόλπου φοβούνται ότι οι συνέπειες μίας κλιμάκωσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν θα είναι εις βάρος και της δικής τους ασφάλειας, σύμφωνα με τους New York Times. Άλλωστε οι απειλές αντιποίνων του Ιράν θεωρούνται άκρως πιστευτές: σε αντίθεση με ό,τι συνέβη κατά τον περσινό “Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν θα είχε σε περίπτωση “υπαρξιακής μάχης” κανέναν λόγο να επιδείξει αυτοσυγκράτηση έναντι του εβραϊκού κράτους και των αμερικανικών εγκαταστάσεων στις αραβικές μοναρχίες.
Αλλά και η Τουρκία, έκανε γνωστό ότι αντιτίθεται σε οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν και προτεραιότητά της θέτει το να αποτρέψει την αποσταθεροποίηση της γειτονικής της χώρας. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, είχε δύο τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον Ιρανό ομόλογό του Αμπάς Αραγτσί τις τελευταίες ημέρες, τονίζοντας την ανάγκη για συνομιλίες προκειμένου να επιλυθούν περιφερειακές εντάσεις, ενώ τουρκική διπλωματική πηγή δήλωσε πως η Άγκυρα είναι επίσης σε επαφή με αξιωματούχους των ΗΠΑ, καθώς η απευθείας επικοινωνία ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσινγκτον έχει ανασταλεί.
“Το Ιράν πρέπει να επιλύσει τα αληθινά προβλήματά του μόνο του” τόνισε σε συνέντευξη Τύπου στην Κωνσταντινούπολη την Πέμπτη ο Φιντάν, προσθέτοντας πως η Άγκυρα “δεν αποδέχεται” την πιθανότητα να επαναληφθεί η βία ανάμεσα στην Τεχεράνη και το Ισραήλ ή τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο φόβος της Τουρκίας για τον κουρδικό αυτονομισμό, ο οποίος και πρωτοστατεί στην αντικυβερνητική αναταραχή εντός του Ιράν, αλλά και για τυχόν ογκώδη προσφυγικά κύματα εξηγεί τις επιλογές της τουρκικής διπλωματίας, παρά το δέλεαρ της αποδυναμώσεως ενός ιστορικού αντιπάλου, όπως το Ιράν, που συμβαίνει και να “φυλά τις πύλες” προς την τουρκόφωνη Κεντρική Ασία.
(από την εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ»)