πυρήνα λειτουργίας του ιταλικού μηχανισμού, ο οποίος, υποστηρίζουν, δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση αλλά ένα κατ’ ουσία, ενεργειακό δάνειο. Το σχήμα που εφαρμόζεται στην Ιταλία από τις αρχές του έτους εξασφαλίζει στις επιχειρήσεις σταθερή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στα 65 ευρώ/MWh για χρονικό ορίζοντα τριετίας. Σε αντάλλαγμα, οι επιχειρήσεις αναλαμβάνουν δεσμευτικές υποχρεώσεις υλοποίησης ή χρηματοδότησης νέων έργων ΑΠΕ, είτε αυτόνομα είτε σε συνεργασία με παραγωγούς.
Η ενέργεια που λαμβάνεται σε ευνοϊκή και προβλέψιμη τιμή επιστρέφεται στο σύστημα σε βάθος χρόνου, μαζί με το οικονομικό όφελος που απορρέει από τη σταθερότητα των τιμών. Κατά τη βιομηχανία, αυτός ο μηχανισμός αντιστοιχεί σε δάνειο με απόδοση και όχι σε επιδότηση κατανάλωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, εκτιμάται ότι ένα αντίστοιχο σχήμα, ενδεχομένως διευρυμένο ώστε να περιλαμβάνει και έργα αποθήκευσης με μπαταρίες, θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα χωρίς να απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Κομισιόν.
Το κεντρικό σημείο στην όλη αντιπαράθεση αποτελεί το σκεπτικό του υφυπουργού Ενέργειας ότι, παρότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άναψε πράσινο φως στην Ιταλία, για την εφαρμογή του εν λόγω μοντέλου, εν τούτοις, η μεταγενέστερη υιοθέτηση του μηχανισμού CISAF, ήτοι του Πλαισίου Κρατικών Ενισχύσεων για μια Συμφωνία Καθαρής Βιομηχανίας, καθιστά ανεφάρμοστο έναν παρόμοιο μηχανισμό σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε.
Με αυτή την άποψη δεν συμφωνούν κύκλοι της βιομηχανίας, καθώς, επισημαίνουν, ότι η άδεια της Επιτροπής προς την Ιταλία εστάλη στις 27 Ιουνίου, ενώ ο μηχανισμός CISAF είχε τεθεί σε ισχύ δύο ημέρες νωρίτερα, δηλαδή, στις 25 Ιουνίου.
Αν το ιταλικό μέτρο θεωρούταν ως κρατική ενίσχυση, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (DGComp) θα είχε εφαρμόσει το νέο πλαίσιο και θα είχε προβεί στις σχετικές έρευνες συμβατότητας με τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί ανταγωνισμού. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη ερμηνεύεται ως έμμεση αλλά σαφής αναγνώριση ότι ο μηχανισμός δεν εμπίπτει στους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.
Επιπλέον, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε απάντηση της αντιπροέδρου της Κομισιόν και επικεφαλής της ευρωπαϊκής αντιμονοπωλιακής αρχής, Τερέζας Ριμπέρα, τον Αύγουστο του 2025, σε ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Γιάννη Μανιάτη. Η κα Ριμπέρα ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «τα Κράτη Μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν μόνο τα μέτρα που συνιστούν κρατική ενίσχυση», τοποθέτηση που, κατά την άποψη στελεχών της βιομηχανίας συνιστά άμεση παραδοχή ότι το ιταλικό σχήμα δεν είχε υποχρέωση κοινοποίησης, ακριβώς επειδή δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση.
Σε ό,τι αφορά το CISAF, οι βιομηχανικοί φορείς εστιάζουν σε έναν επιπλέον κίνδυνο, ότι τα μέτρα που εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο συμψηφίζονται με την υφιστάμενη αντιστάθμιση κόστους έμμεσων εκπομπών. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οποιαδήποτε νέα παρέμβαση θα οδηγούσε σε μείωση ενός ήδη εγκεκριμένου και εφαρμοζόμενου μηχανισμού στήριξης των ενεργοβόρων επιχειρήσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, τα όρια και οι περιορισμοί του CISAF εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντιστρόφως ανάλογα, σε σημείο να υπονομεύουν, αντί να ενισχύουν, τη συνολική προσπάθεια μείωσης του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας.
Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται πλέον ένα σαφές πολιτικό και θεσμικό δίλημμα, του αν η Ελλάδα θα επιδιώξει, τελικά, να εφαρμόσει ένα διαρθρωτικό εργαλείο γα το μέλλον που θα συνδέει το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας με τις επενδύσεις σε ΑΠΕ και σε συστήματα αποθήκευσης, ή αν θα περιοριστεί στα στενά όρια των υφιστάμενων πλαισίων κρατικών ενισχύσεων. Η βιομηχανία εμφανίζεται αποφασισμένη να συνεχίσει να ασκεί πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση, επειδή θεωρεί ότι το προηγούμενο της Ιταλίας προσφέρει όχι μόνο πολιτικό αλλά και νομικό έρεισμα για μια αντίστοιχη ελληνική λύση.
Σημεώνουμε ότι το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία διαφέρει σημαντικά ανά περιοχή, αλλά γενικά στην Ευρώπη είναι υψηλό, καθώς ανερχόταν σε περίπου 0,199 ευρώ/kWh στην Ε.Ε. το 2024, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ ή την Κίνα. Οι τιμές επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τη φορολογία, τις χρεώσεις δικτύου και τις τοπικές αγορές ενέργειας. Οι πρόσφατες τάσεις δείχνουν μια ήπια υποχώρηση σε σχέση με τα υψηλά που καταγράφηκαν την περίοδο 2022-2023, ωστόσο παραμένουν πάνω από τα προ- κρίσης επίπεδα, όταν χώρες όπως οι ΗΠΑ έχουν πολύ χαμηλότερα τιμολόγια. Το κόστος εξαρτάται από τον όγκο κατανάλωσης, με τους μεγάλους καταναλωτές να εξασφαλίζουν συχνά καλύτερες τιμές, και διαμορφώνεται από το κόστος προμήθειας, τα τέλη δικτύου και τις κρατικές επιβαρύνσεις, ενώ αναμένονται σημαντικές διακυμάνσεις στο μέλλον λόγω της επικράτησης του ακριβού LNG.