Η ανάλυση εξετάζει τη διαθεσιμότητα ισχύος από όλες τις πηγές: συμβατικές μονάδες, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά και εισαγωγές μέσω των διεθνών διασυνδέσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους πιθανούς κινδύνους για την ασφάλεια εφοδιασμού, όπως οι περίοδοι αιχμής της κατανάλωσης και οι ώρες μειωμένης παραγωγής από ΑΠΕ.
Παράλληλα, χαρτογραφείται η σταδιακή απόσυρση παλαιών μονάδων, κυρίως λιγνιτικών, οι οποίες αναμένεται να τεθούν εκτός λειτουργίας έως το 2026, καθώς και η ένταξη νέων σταθμών παραγωγής και έργων αποθήκευσης. Στο νέο ενεργειακό περιβάλλον, κρίσιμο ρόλο διαδραματίζουν τόσο οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα όσο και οι διακρατικές συνδέσεις, που ενισχύουν τη συνολική ανθεκτικότητα του δικτύου.
Τα συμπεράσματα της μελέτης θα αποτελέσουν βασικό εργαλείο για τη χάραξη πολιτικής. Η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας θα κληθεί να αποφασίσει αν το υπό διαμόρφωση ηλεκτρικό σύστημα, στο οποίο οι ΑΠΕ καλύπτουν περίπου το ήμισυ της παραγωγής, απαιτεί την εφαρμογή μηχανισμού αποζημίωσης επάρκειας και ευελιξίας. Ταυτόχρονα, οι ενεργειακές επιχειρήσεις θα στηριχθούν στα ευρήματα για να καθορίσουν τις επενδύσεις τους σε νέες μονάδες, κυρίως φυσικού αερίου.
Η μελέτη δεν περιορίζεται μόνο στην επάρκεια, αλλά ποσοτικοποιεί και τις ανάγκες ευελιξίας του συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τη βιωσιμότητα των μονάδων. Εφόσον διαπιστωθούν ελλείψεις, τα αποτελέσματα θα χρησιμοποιηθούν για να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα ενός μηχανισμού αποζημίωσης ισχύος, που θα διασφαλίζει τόσο την αξιοπιστία όσο και την ομαλή λειτουργία της αγοράς.
Ακολουθώντας ευρωπαϊκά πρότυπα και εγκεκριμένες μεθοδολογίες, η ανάλυση ευθυγραμμίζεται με τις προβλέψεις του αναθεωρημένου εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού, ενώ εξετάζει και εναλλακτικά σενάρια εξέλιξης της ζήτησης και του παραγωγικού μείγματος. Παρότι η ολοκλήρωση της μελέτης αποτελεί σημαντικό ορόσημο, η εφαρμογή των όποιων αποφάσεων θα απαιτήσει χρόνο, θεσμικές παρεμβάσεις και ρυθμιστικές εγκρίσεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.