Επιδιώκει να μεσολαβήσει  για την άμβλυνση της εντάσεως μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτων

 

Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται. Εν προκειμένω, η χώρα του Ταγίπ Ερντογάν, η οποία φιλοδοξεί να παρεμβληθεί διπλωματικώς στο μέγα κενό που δημιουργεί η ασάφεια του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ως προς το ενδεχόμενο θερμής αναμετρήσεως με το Ιράν. Ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας Αμπάς Αραγτσί αναμενόταν προχθές Παρασκευή στην Τουρκία, ως επίδοξη μεσολαβήτρια για την άμβλυνση της εντάσεως μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτων.

Κατά τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, η γείτων «είναι αντίθετη σε οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση εναντίον του Ιράν, λόγω  των κινδύνων που θα έθετε μία τέτοια κίνηση για την περιοχή και τον κόσμο». Την Τετάρτη, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών προειδοποίησε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας του βρίσκονται «με το δάκτυλο στην σκανδάλη», έτοιμες να απαντήσουν σε κάθε αμερικανική επίθεση. Ο ίδιος ωστόσο επανέλαβε ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη για μία «δίκαιη» και «ισότιμη» συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Την ίδια ημέρα ο Χακάν Φιντάν συνεβούλευσε δημοσίως τις ΗΠΑ να συνομιλήσουν με την Τεχεράνη. Η χώρα του πάντως ενισχύει τα μέτρα ασφαλείας στην παραμεθόριο, φοβούμενη μαζική ροή προσφύγων σε περίπτωση αμερικανικής επιθέσεως κατά του Ιράν. Ο δε Ντόναλντ Τραμπ έχει αποστείλει στον Κόλπο την ομάδα κρούσεως του αεροπλανοφόρου Abraham Lincoln, προειδοποιώντας ότι «ο χρόνος του ιρανικού καθεστώτος είναι μετρημένος».

Διατηρώντας ανοικτή την στρατιωτική επιλογή έναντι του Ιράν, μολονότι την ίδια στιγμή εκφράζει την ελπίδα ότι δεν θα χρειαστεί να την ενεργοποιήσει, ο Ντόναλντ Τραμπ προφανώς υπολογίζει ότι το παιχνίδι της στρατηγικής αμφισημίας θα σύρει την Τεχεράνη σε μια διαπραγμάτευση από μειονεκτική θέση. Αλλά οι υπολογισμοί του αυτοί δεν δείχνουν να επαληθεύονται. Η Ισλαμική Δημοκρατία φρόντισε να αποστείλει τέσσερα μηνύματα. Το πρώτο, δια του υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί – ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει επιδιώξει επαφή με τον Αμερικανό συνομιλητή του Στιβ Ουίτκοφ τις τελευταίες ημέρες και ότι το Ιράν δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς απειλών. Το δεύτερο μήνυμα, προερχόμενο από τη στρατιωτική ηγεσία, ήταν ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια κατά του Ιράν θα θεωρηθεί έναρξη ολοκληρωτικού πολέμου – κοινώς ότι τα ιρανικά αντίποινα δεν θα έχουν περιορισμούς, σε αντίθεση με την αρκούντως «χορογραφημένη» ανταλλαγή πληγμάτων κατά τον «Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών». Το τρίτο μήνυμα ήταν πολιτικό και συνίστατο στην επανεμφάνιση του Νούρι αλ Μάλικι ως επίδοξου πρωθυπουργού του Ιράκ με τη στήριξη των σιιτικών κομμάτων, ώστε να γίνει σαφές ότι η Τεχεράνη είναι ακόμη σε θέση να μοχλεύει περιφερειακές εξελίξεις μέσω των φίλων της στην περιοχή. Εξ ου και οι απειλές που βρέθηκε να εκτοξεύει ο Ντόναλντ Τραμπ κατά της Βαγδάτης, καθώς η προ ετών απομάκρυνση του Μάλικι από την εξουσία αποτελούσε έναν από τους τρόπους με τους οποίους η Ουάσιγκτον θέλησε να επιτύχει την μείωση της επιρροής των φιλοϊρανικών δυνάμεων (και πολιτοφυλακών) στο Ιράκ. Και το τέταρτο μήνυμα ήρθε από τους Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι απειλούν με επανέναρξη των επιθέσεων στην Ερυθρά Θάλασσα, εάν στοχοποιηθεί το Ιράν. Με άλλα λόγια, εάν λ.χ. στην περίπτωση της Χεζμπολλάχ του Λιβάνου ο υπό ιρανική ηγεσία «άξονας της αντίστασης» καταγράφει σοβαρές ήττες, δεν έχει πάντως ολότελα αποσυρθεί από το προσκήνιο.

Περισσότερο και από την Ουάσιγκτον, τα μηνύματα αυτά αφορούν τους (παραδοσιακά φιλοδυτικούς) γείτονες του Ιράν, που ήδη παρεμβαίνουν για να κατευνάσουν τον Τραμπ, φοβούμενοι την συνολική αποσταθεροποίηση της περιοχής, είτε αυτή μεταφράζεται σε ιρανικά αντίποινα σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στο δικό τους έδαφος, είτε (όπως στην περίπτωση της Τουρκίας) με προσφυγικά κύματα, είτε βέβαια και με ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών του Χορμούζ που θα συγκλόνιζε τη διεθνή αγορά πετρελαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι όχι μόνο η διαρκώς αυτονομούμενη Σαουδική Αραβία διαβεβαίωσε το Ιράν (με τηλεφωνική επικοινωνία του πρίγκηπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν) ότι δεν θα διαθέσει το έδαφος και τον εναέριο χώρο της σε μια αμερικανική επιχείρηση, αλλά το ίδιο έπραξαν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, φιλικότερο προς το Ισραήλ κράτος της περιοχής. Ο δε Χακάν Φιντάν (καίτοι μαιτρ της «πακετοποίησης» σε ό,τι αφορά λ.χ. τα ελληνοτουρκικά) ευστόχως διέγνωσε ότι ο καλύτερος τρόπος για να προσελκυσθεί η Τεχεράνη σε συνομιλίες είναι το ξεχώρισμα των διαφορετικών «φακέλων» (πυρηνικό πρόγραμμα, βαλιστικό πρόγραμμα κ.ο.κ.).

Προφανώς, σε συνθήκες αμφισημίας και αβεβαιότητας, οι Ιρανοί ιθύνοντες προετοιμάζονται για το χειρότερο σενάριο και το επαπειλούμενο κόστος αυξάνεται. Εάν η αναμέτρηση προσληφθεί ως «υπαρξιακή», οι αναστολές θα είναι λιγότερες.

Περισσότερο από όλους το γνωρίζουν αυτό οι επιτελείς του Πενταγώνου, εξ ου και δεν αποτελούν φανατικούς θιασώτες της στρατιωτικής λύσης. Γιατί λοιπόν ο Τραμπ την κρατά πάνω στο τραπέζι;

Μία ερμηνεία θα ήταν η λανθασμένη ανάγνωση των εσωτερικών δυναμικών του Ιράν, ήτοι η πεποίθηση ότι η προοπτική της αμερικανικής «βοήθειας» (την οποία αυτοπαγιδευόμενος υπεσχέθη ο ένοικος του Λευκού Οίκου) θα αναζωπύρωνε τις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις. Όμως αντίθετα από τις εντυπώσεις που άφησε ο επικοινωνιακός πόλεμος, το ιρανικό καθεστώς απεδείχθη σταθερό. Και ενώ δεν εμφανίζει ρωγμές στον πυρήνα του, παραμένει ταυτόχρονα αρκούντως «πολυκεντρικό», ώστε να μην είναι εύκολο να παραλύσει από μία επιχείρηση «αποκεφαλισμού».

Μια δεύτερη ερμηνεία για την στάση του Τραμπ είναι η περιπλοκότητα της ισραηλινο-αμερικανικής σχέσεως. Οι ΗΠΑ προφανώς ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν ένα περισσότερο «συνεργάσιμο» Ιράν, ώστε να διεμβολίσουν συνολικά τον ευρασιατικό άξονα. Αλλά δεν ενδιαφέρονται (αν εξαιρέσουμε κέντρα του βαθέος κράτους που στοιχειώνει η ρεβάνς για το 1979 και την κρίση των Αμερικανών ομήρων) για περιπέτειες μεγάλου κόστους, εξ ου και τις απορρίπτουν εδώ και είκοσι χρόνια που καταβάλλει την αντίθετη προσπάθεια ο Βενιαμίν Νετανιάχου με «αποκαλυψιακή» ρητορική. Το Ισραήλ, πάλι, επιδιώκει ένα «συριοποιημένο» Ιράν, αντιμετωπίζοντας την ίδια την κρατική υπόσταση του τελευταίου ως εμπόδιο στην πολιτική καθυπόταξη της περιοχής, χωρίς την οποία η ίδια η επιβίωση του εβραϊκού κράτους θα παραμένει ανοικτό ιστορικό ερώτημα. Αυτό το βαθύ δίλημμα αντικατοπτρίζει η φαινομενικώς αλλοπρόσαλλη πολιτική Τραμπ. Όμως, η επιθετική αναζήτηση γοήτρου δεν καλύπτει τα κενά στρατηγικής.

Υπάρχει βέβαια και η ευρωπαϊκή οδός, ήτοι της ανέξοδης επιδιώξεως «ηθικής ανωτερότητος». «Επιβάλλουμε νέες κυρώσεις στο Ιράν και περιμένω επίσης ότι θα εντάξουμε το ιρανικό Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων», δήλωσε η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ Κάγια Κάλας, προσερχόμενη στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της Πέμπτης. 

Οι Υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ συζήτησαν για την κατάσταση στο Ιράν, όπου, σύμφωνα με ΜΚΟ, περισσότεροι από 6.000 ειρηνικοί διαδηλωτές έχουν σκοτωθεί. Αναμένεται να υιοθετηθούν κυρώσεις σε βάρος ανώτερων ηγετών του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), του ιδεολογικού στρατού του Ιράν. 

Το IRGC υπόκειται σε κυρώσεις από την Ε.Ε. ήδη από το 2021, λόγω των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν, των πυρηνικών δραστηριοτήτων της Ισλαμικής Δημοκρατίας και της υποστηρίξεως της Τεχεράνης προς τη Ρωσία στον πόλεμό της εναντίον της Ουκρανίας. Ωστόσο η συμπερίληψις του  IRGC στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ε.Ε., που χρειάζεται ομοφωνία, θεωρείτο, μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, «πολύ ευαίσθητο» ζήτημα, καθώς δεν είθισται ένας κρατικός οργανισμός, να χαρακτηρίζεται τρομοκρατικός.

(από την εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ»)

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr