Οι επενδύσεις για τις έρευνες upstream πιθανότατα θα μειωθούν κάτω από τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, με τις στάσιμες προς πτωτικές τιμές του πετρελαίου να ταλανίζουν τους παραδοσιακούς παίκτες της αγοράς. Ως εκ τούτου, οι διοικήσεις των εταιρειών εξετάζουν νέες προσεγγίσεις ώστε να ενισχύσουν τη θέση τους στη διεθνή αγορά, ειδικά καθώς αρκετές κυβερνήσεις στρέφονται προς την ανάπτυξη των φυσικών πόρων τους. Με αυτά τα δεδομένα, η Wood Mackenzie ξεχωρίζει πέντε τάσεις που θα καθορίσουν τον τομέα upstream για το τρέχον έτος.
1) Έμφαση στα γιγάντια κοιτάσματα
Το 30% των πεδίων που θα εξορυχθούν για πρώτη φορά εντός του 2026 αφορά σε πολύ μεγάλα ή γιγάντια κοιτάσματα. Μεταξύ αυτών πολλά υπεράκτια οικόπεδα στην Καραϊβική και τον Νότιο Ατλαντικό, όπως το Mutum στη Βραζιλία και το TTUD-1 στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Η λογική πίσω από αυτή την επιλογή είναι η ανάπτυξη έργων που παράγουν εκατομμύρια βαρέλια σε ημερήσια βάση με στόχο τη γρήγορη απόσβεση των επενδύσεων.
2) Εμπειρία και αξιοπιστία αντί για δημοπρασίες
Με πολλές κυβερνήσεις να οπισθοχωρούν από τους κλιματικούς στόχους και να επιθυμούν ένα κομμάτι της νέας “πίτας” για τα ορυκτά καύσιμα, η ταχεία ανάπτυξη κοιτασμάτων συνιστά βασική προτεραιότητα. Αυτό σημαίνει πως αντί για ανοιχτές δημοπρασίες όπου επιλέγονται οι καλύτερες προσφορές, οι εθνικοί διαχειριστές προτιμούν απευθείας αναθέσεις σε εταιρείες με μακροχρόνια εμπειρία στην έρευνα και την ανάπτυξη, καθώς και τα απαραίτητα κεφάλαια για τη γρήγορη αξιοποίηση των κοιτασμάτων.
3) Συνεργασίες μεγάλων πετρελαϊκών και κρατικών εταιρειών
Όπως και η προηγούμενη τάση, η μείωση του ρίσκου ωθεί τόσο τις μεγάλες πετρελαϊκές, όσο και τους εθνικούς διαχειριστές στη σύναψη μεταξύ τους συμφωνιών. Σε πολλές περιπτώσεις, οι συνεργασίες αυτές έχουν και την άμεση αρωγή των κυβερνήσεων, αναδεικνύοντας το αυξανόμενο πολιτικό ενδιαφέρον για τα ορυκτά καύσιμα. Οι συμφωνίες αυτές θεωρούνται αμοιβαία επωφελείς καθώς οι πετρελαϊκοί κολοσσοί εξασφαλίζουν ιδιαίτερα ελκυστικούς όρους και άμεση πρόσβαση στις πολιτικές ηγεσίες των χωρών όπου επενδύουν, ενώ οι εθνικοί διαχειριστές λαμβάνουν την τεχνογνωσία που απαιτείται για την ανάπτυξη upstream έργων.
4) Μείωση του χρόνου εξερεύνησης μέσω καινοτόμων λύσεων
Οι εταιρείες upstream αποτελούν μερικούς από τους πρώτους ακόλουθους των νέων τεχνολογιών ώστε να βελτιστοποιήσουν τη λειτουργία τους. Αναμενόμενα, έχουν ήδη εισέλθει δυναμικά στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης, με ορισμένους μάλιστα να δημιουργούν τους δικούς τους εξειδικευμένους αλγορίθμους. Κρίσιμη είναι και η τεχνολογία Ocean Bottom Node για τις σεισμικές έρευνες, η οποία θεωρείται πολύ αξιόπιστη και ευέλικτη συγκριτικά με τις παραδοσιακές προσεγγίσεις. Η ΟΒΝ έχει ήδη φτάσει στη Μεσόγειο με την Αίγυπτο να έχει αναθέσει το έργο στην κοινοπραξία SLB-Viridien.
5) Νέα ευκαιρία για τη γεωθερμία
Λόγω της στενής σχέσης της με τις εξορύξεις, η γεωθερμία έχει αποφύγει τις στοχευμένες επιθέσεις που ταλανίζουν τις υπόλοιπες ΑΠΕ, όπως την αιολική και την ηλιακή ενέργεια. Ωστόσο, οι επενδύσεις στον κλάδο παραμένουν χαμηλές. Η ισορροπία αυτή μπορεί να αλλάξει εντός του 2026 καθώς μία σειρά σύγχρονων έργων στοχεύουν να αποδείξουν την εμπορική βιωσιμότητα της γεωθερμίας. Στην πραγματικότητα, ο κλάδος μπορεί να επωφεληθεί από τις τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα των εξορύξεων, αλλά και τη διστακτικότητα των επενδυτών μεταξύ πράσινων και συμβατικών έργων.