Αρκεί η Επιμονή Τραμπ στα Ορυκτά Καύσιμα για να Κερδίσουν οι ΗΠΑ την Κίνα στον Τομέα του ΑΙ;

Αρκεί η Επιμονή Τραμπ στα Ορυκτά Καύσιμα για να Κερδίσουν οι ΗΠΑ την Κίνα στον Τομέα του ΑΙ;
επιμέλεια: Δημήτρης Φάρος
Τρι, 13 Ιανουαρίου 2026 - 09:45

Με αφορμή το …ρίγος ενθουσιασμού που προκάλεσε σε ορισμένους οικονομικούς κύκλους, αλλά  ακόμη και στον Λευκό Οίκο, ένα δοκίμιο που εξέδωσε πρόσφατα ο Αυστραλός επενδυτής Κρεγκ Τινταίηλ, με τίτλο «Η Επιστροφή της Ύλης: Η υλική βλάβη των Δυτικών Δημοκρατιών», η αναλύτρια των Financial Times, Γκίλιαν Τεττ, τονίζει ότι και η επιμονή της κυβέρνησης Τραμπ στα ορυκτά καύσιμα, όπως

έδειξε και η απαγωγή Μαδούρο στη Βενεζουέλα, δεν αρκεί για να βοηθήσει την Ουάσιγκτον στον αγώνα της ενάντια στο Πεκίνο στον τομέα του ΑΙ.

Η ουσία του επιχειρήματος του Τινταίηλ είναι ότι οι δυτικές ελίτ έχουν επιβαρυνθεί τόσο πολύ από γνωστικές προκαταλήψεις που έχουν επικεντρωθεί εμμονικά στις δραστηριότητες του τομέα των υπηρεσιών, αγνοώντας παράλληλα τις βιομηχανικές διαδικασίες. «Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι δυτικές οικονομίες λειτουργούν υπό την σιωπηρή νεοκλασική υπόθεση ότι ο έλεγχος της πνευματικής ιδιοκτησίας, των χρηματοοικονομικών μέσων και του κώδικα λογισμικού αποτελεί την κορυφή της δημιουργίας αξίας», υποστηρίζει στο δοκίμιό του “The Return of Matter: Western Democracies’ material impairment”, προσθέτοντας ότι πεποίθηση των ελίτ ήταν ότι οι υλικές βιομηχανικές διαδικασίες «θα μπορούσαν να ανατεθούν σε δικαιοδοσίες χαμηλού κόστους χωρίς στρατηγικό κίνδυνο». Αυτό επέτρεψε στην Κίνα να εισέλθει και να κυριαρχήσει στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού στον τομέα της μεταποίησης χωρίς να υπάρξει ουσιαστική αντίδραση.

Όπως επισημαίνει η αναλύτρια των Financial Times, η άποψη αυτή αξίζει να εξεταστεί σήμερα, μετά και τον «αποκεφαλισμό» της κυβέρνησης της Βενεζουέλας από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Αυτά τα δραματικά γεγονότα μπορούν να ιδωθούν ως η επιστροφή σε μια ειδεχθή μορφή «ρετρό ιμπεριαλισμού» που βασίζεται σε μία λογική σφαιρών σφαίρας επιρροής - και στην ξεδιάντροπη λεηλασία. Ωστόσο, μια άλλη ερμηνεία – ή, έστω, μία άλλη διατύπωση - είναι ότι η ομάδα του Τραμπ έχει ασπαστεί την επιμονή του Τινταίηλ ότι η φυσική ύλη έχει σημασία και ότι αγωνίζεται για τη βιομηχανική κυριαρχία. Εξ ου και η επιθυμία του Τραμπ να ελέγχει επ' αόριστον τα ορυκτά καύσιμα της Βενεζουέλας, υπονομεύοντας παράλληλα την πρόσβαση της Κίνας σε αυτά.

«Το μέλλον θα καθοριστεί από την ικανότητα προστασίας του εμπορίου, της επικράτειας και των πόρων που είναι βασικοί για την εθνική ασφάλεια», όπως τόνισε ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος την περασμένη εβδομάδα. «Αυτοί είναι οι σιδερένιοι νόμοι που πάντα καθόριζαν την παγκόσμια ισχύ και εμείς θα συνεχίσουμε με αυτό τον τρόπο».

Θα φέρει αποτέλεσμα αυτή η πολιτική; Η απάντηση είναι «ναι» και «όχι» - ανάλογα με το διανοητικό και χρονικό πλαίσιο του καθενός, όπως τονίζει η αναλύτρια των Financial Times. Στα χαρτιά, η Βενεζουέλα έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, σχεδόν το ένα πέμπτο όλων των πιθανών αποθεμάτων. Ωστόσο, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν χωρίς επενδύσεις άνω των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθώς οι υποδομές της έχουν καταρρεύσει και το αργό πετρέλαιο που διαθέτει είναι τόσο βαρύ και φορτωμένο με θείο που χρειάζεται ακριβή επεξεργασία για να πωληθεί στις δυτικές αγορές. Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα είναι αυτές που θα προχωρήσουν σε αυτή την επένδυση.

Ωστόσο, ο Φίλιπ Βερλέγκερ, οικονομολόγος ενέργειας, σε συνομιλία της με την Τεττ σημειώνει ότι αυτές «δεν έχουν τα χρήματα». Έτσι, ο πετρελαϊκός τομέας των ΗΠΑ απαιτεί τώρα εγγυήσεις από τον Λευκό Οίκο πριν ενεργήσει.

Μπορεί, βέβαια, ο Τραμπ, τελικά, να τα καταφέρει. Σε μία τέτοια περίπτωση, «το άθροισμα των αποθεμάτων πετρελαίου από τη Βενεζουέλα, τη Γουιάνα και τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να δώσουν στις ΗΠΑ περίπου το 30% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου εάν ενοποιηθούν υπό την επιρροή της», όπως σημειώνει η JPMorgan Chase. Αυτό θα άλλαζε τη δυναμική της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.

Πάντως, η Γκίλιαν Τεττ επισημαίνει από την πλευρά της, ότι, αν και ο Τινταίηλ έχει δίκιο να καταδικάζει το αντι-βιομηχανικό όραμα των νεοφιλελεύθερων, και το επιτελείο Τραμπ βαρύνεται με τις δικές του γνωστικές προκαταλήψεις. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται αποφασισμένο να αγνοήσει το γεγονός ότι τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι η μόνη πηγή ενέργειας. Για την αρθογράφο των FT, κάτι τέτοιο είναι «γελοίο» και επικαλείται το παράδειγμα της Κίνας, η οποία, παρ’ όλο που έχει επεκτείνει τη βιομηχανική παραγωγή και την εξόρυξη άνθρακα τα τελευταία χρόνια, έχει επίσης επενδύσει σε ΑΠΕ σε εκπληκτική, μάλιστα, κλίμακα.

Πίσω από την πολιτική αυτή του Πεκίνου δεν κρύβεται μόνο ο ευγενής στόχος της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής αλλά και το ότι ορισμένες μορφές ΑΠΕ, όπως η ηλιακή, είναι εξαιρετικά φθηνές καθώς και ότι η διαφοροποίηση πηγών ενέργειας δημιουργεί μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Έτσι, όπως σημειώνει, αν και είναι σίγουρο ότι η Κίνα θα βγει ζημιωμένη από την απώλεια της πρόσβασης σε φθηνό αργό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, μπορεί εν μέρει να το υποκαταστήσει με άλλες πηγές ενέργειας.

Προσθέτει, επίσης, ότι το Πεκίνο κερδίζει ήπια ισχύ εξάγοντας προϊόντα όπως εξαιρετικά φθηνά ηλιακά πάνελ σε χώρες σε όλο τον κόσμο. Επιπλέον, επενδύοντας σε ΑΠΕ, η Κίνα επεκτείνει τις υποδομές ηλεκτροδότησης με τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα στον παγκόσμιο αγώνα δρόμου στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης. «Η Κίνα παράγει πλέον 2,5 φορές περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τις ΗΠΑ και προχωρά ακόμη περισσότερο», σημειώνει ο Ίαν Μπρέμμερ του Eurasia Group, ο οποίος επισημαίνει, μάλιστα, ότι χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και η Ινδία μιμούνται αυτή τη στρατηγική. Ωστόσο, ο Τραμπ δεν κάνει κάτι τέτοιο, αλλά, αντίθετα, ενισχύει τα ορυκτά καύσιμα και υπονομεύει τις αμερικανικές ΑΠΕ, μεταξύ άλλων με την κατάργηση των προηγούμενων επιδοτήσεων.

Η Τεττ χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη πολιτική του σημερινού ενοίκου του Λευκού Οίκου « ηθικό έγκλημα», λόγω των πιθανών επιπτώσεων στην κλιματική αλλαγή, αλλά και ένα «οικονομικό αυτοσαμποτάζ» για τις ΗΠΑ. Κι αυτό, όπως τονίζει, όχι μόνο επειδή η Ουάσινγκτον παραχωρεί ήπια ισχύ στο Πεκίνο, αλλά διότι οι επιθέσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα μπορούσαν επίσης να παρεμποδίσουν τις αμερικανικές προσπάθειες για την κατασκευή των ενεργειακών υποδομών που απαιτείται για την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Όπως επισημαίνει, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας από μόνο του δεν αρκεί: «Ο ταχύτερος και φθηνότερος δρόμος για νέα [ηλεκτρική] χωρητικότητα σε μεγάλη κλίμακα - ηλιακή ενέργεια συν μπαταρίες, που μπορούν να αναπτυχθούν σε 18 μήνες - είναι ακριβώς αυτό που οι Ηνωμένες Πολιτείες εμποδίζουν τώρα», σημειώνει ο Μπρέμερ. «Η Ουάσινγκτον ζητά από τον κόσμο να αγοράσει υποδομές του 20ού αιώνα, ενώ το Πεκίνο προσφέρει υποδομές του 21ου αιώνα».

Μάλιστα, όπως αναφέρει επιγραμματικά στο συμπέρασμα του άρθρου της, η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να έχει πλέον κερδίσει τη βραχυπρόθεσμη μάχη με την Κίνα για τον έλεγχο του πετρελαίου της Βενεζουέλας, ωστόσο οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να χάσουν τον μεγαλύτερο στρατηγικό παγκόσμιο πόλεμο γύρω από την ενέργεια που απαιτείται για την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr