Διερευνητικές Επαφές, Έρευνες Υδρογονανθράκων και ΑΟΖ

Διερευνητικές Επαφές, Έρευνες Υδρογονανθράκων και ΑΟΖ
του Κ. Ν. Σταμπολή
Σαβ, 16 Ιανουαρίου 2021 - 15:22

Ο κύβος ερρίφθη και μετά από μια διπλωματική διελκυστίνδα Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν σε ένα πλαίσιο για την επανέναρξη των λεγόμενων διερευνητικών επαφών που είχαν διακοπεί το 2016 μετά την αποχώρηση της Τουρκικής πλευράς. Να υπενθυμίσουμε ότι την περίοδο 2002 μέχρι το 2016 πραγματοποιήθηκαν 60 γύροι επαφών και παρήχθησαν 5000 σελίδες πρακτικών με κύριο θέμα τις συζητήσεις για συμφωνία επί της οριοθέτησης χωρικών υδάτων

(ένα θέμα που κανονικά δεν έπρεπε καν να συζητείται αφού η επέκταση αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε παράκτιας χώρας). 

Τώρα εκπρόσωποι των δύο χωρών πρόκειται να συναντηθούν εκ νέου στην Κωνσταντινούπολη, στις 25 Ιανουαρίου, με μια μάλλον ασαφή ατζέντα που μέλλει να συμφωνηθεί αποβλέποντας επανέναρξη των τακτικών επαφών με στόχο, όπως υποστηρίζει η Ελλάδα, την διευθέτηση των ορίων των «θαλασσίων ζωνών».

Με την Ελλάδα, μέσα από σχεδόν καθημερινές δηλώσεις και συνεντεύξεις τόσο του πρωθυπουργού όσο και του ΥΠΕΞ Νίκου Δένδια να έχε ξεκαθαρίσει ότι το μόνο θέμα για το οποίο είναι έτοιμη να συζητήσει είναι ο προσδιορισμός των «θαλασσίων ζωνών», δηλ.της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και με την Τουρκική πλευρά να αποδέχεται φαινομενικά το προτεινόμενο από την Ελλάδα πλαίσιο διαλόγου, αλλά μέσω διαρροών και πολλαπλών δημοσιευμάτων  να δηλώνει περίτρανα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η ατζέντα των διερευνητικών επαφών θα περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα όπως ακριβώς ένα πολίτικο σουβλάκι-πίτα. Από τις γκρίζες ζώνες, δηλ. την αμφισβήτηση επί της κυριότητας νήσων και βραχονησίδων, την αποστρατικοποίηση των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου και τα χωρικά ύδατα (δηλ. αμφισβήτηση του δικαιώματος της Ελλάδας για επέκταση στα 12 νμ βάσει του διεθνούς δικαίου).

Οι ανωτέρω αυτές θέσεις της Άγκυρας δεν αποτελούν έκπληξη, αφού τα τελευταία χρόνια συστηματικά καλλιεργεί ένα κλίμα αμφισβήτησης της Ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο μέσω του γνωστού αφηγήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», βάσει του οποίου, πολύ συνοπτικά, ο ζωτικός χώρος της Τουρκίας πρέπει να επεκταθεί από βορρά έως νότο και να περιέχει όλην την περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Όμως οι δημόσιες αυτές τοποθετήσεις στελεχών της κυβέρνησης Ερντογάν  και του φιλοκυβερνητικού Τύπου στην Τουρκία έχουν δημιουργήσει μια λίαν αρνητική για την χώρα μας ατμόσφαιρα που κάθε άλλο παρά προϊδεάζει για μια θετική κατάληξη του επικείμενου «διαλόγου».

Σε σύγκριση με προηγούμενες προσπάθειες επίλυσης των Ελληνο-Τουρκικών «διαφόρων», η τωρινή περιέχει μια σειρά από ενδιαφέροντα νέα στοιχεία. Κατ’ αρχάς είναι η πρώτη φορά που η όλη προσέγγιση  δεν επιστατείται από τις ΗΠΑ αλλά γίνεται με την παρότρυνση της ΕΕ και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Πλην όμως το παρόν πλαίσιο που έχει επιλεγεί, (δηλαδή συζήτηση επί της διαδικασίας) δεν υπόσχεται άμεσα αποτελέσματα αφού εξυπηρετεί κυρίως την στρατηγική της Τουρκίας η οποία για τακτικούς λόγους επιχειρεί (προσωρινά) φιλοευρωπαϊκή στροφή έως τον Μάρτιο οπότε και η ΕΕ θα συζητήσει σοβαρά την επιβολή κυρώσεων. Το υιοθετηθέν μοντέλο απευθείας διαλόγου, με τους Ευρωπαίους στην άκρη «απαθείς και ουδέτερους» είναι a priori ναρκοθετημένο αφού σε περίπτωση που ναυαγήσουν οι συνομιλίες θα χρεωθεί στην Ελλάδα η ευθύνη. Γι’ αυτό, όπως έχουμε επανειλημμένα τοποθετηθεί  στην στήλη, η Ελλάδα δεν έχει ουδένα απολύτως λόγο να είναι επισπεύδουσα σε «διάλογο» σε αυτή την φάση.

Δεύτερον, μέσα από μία πρωτοφανή κινητοποίηση τα τελευταία δύο χρόνια, και έχοντας επενδύσει σοβαρά ποσά (πάνω από € 2,0 δισεκ.) σε έρευνες υδρογονανθράκων, η Τουρκία έχει καταφέρει να αμφισβητήσει έμπρακτα και σε διαρκή  βάση τόσο τα Κυπριακά όσο και τα Ελλαδικά κυριαρχικά δικαιώματα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Στην Κύπρο με την διεξαγωγή σεισμικών ερευνών αλλά και γεωτρήσεων εντός της ΑΟΖ της Μεγαλόνησου, στην δε Ελλάδα μέσω της διεξαγωγής συστηματικών σεισμικών ερευνών επί της  υφαλοκρηπίδας της και εντός της υφιστάμενης, πλην μη δηλωθείσας, ΑΟΖ της (βλέπε έρευνες Ουρούτς Ρέις νότια και νοτιοδυτικά της Ρόδου και του Καστελόριζου το καλοκαίρι του 2020). Με την Άγκυρα να έχει προχωρήσει ακόμα ένα βήμα πιο πέρα με τον προσδιορισμό δικής της ΑΟΖ ,υφαρπάζοντας μεγάλο μέρος της Ελληνικής τοιαύτης, και «νομιμοποιώντας» την μέσω του Τούρκο-Λιβυκού μνημονίου (Δεκέμβριος 2019) που έχει κατατεθεί επίσημα στα Ηνωμενα Έθνη.

Το τρίτο νέο στοιχείο είναι τα ευρύτερα γεωστρατηγικά κίνητρα της Τουρκίας, καθώς υπό την σημαία του νέο-ισλαμισμού, και με την διαρκή κινητοποίηση του στρατιωτικού της μηχανισμού, ευρίσκεται σε φάση γεωγραφικής  επέκτασης (βλέπε Συρία, Αρμενία), εποικισμού (Λιβύη, Σομαλία) και προσάρτησης (Βόρειος Κύπρος) και εξάσκηση γεωπολιτικής επιρροής στον ευρύτερο Μεσογειακό χώρο αλλά και στην Κεντρική Ασία και Μέση Ανατολή. Απώτερος στόχος, καθώς θα πλησιάζει στην επέτειο των 100 ετών από την ίδρυση του Τουρκικού κράτους το 2023, η ανάδειξη της ισλαμικής Τουρκίας ως μεγάλης και ανεξάρτητης περιφερειακής δύναμης, με ταυτόχρονη ίδρυση  της Τουρκικής  Ομοσπονδίας υπό την μορφή κοινοπολιτείας και της δημιουργίας ζώνης ελεύθερου εμπορίου και οικονομικών συναλλαγών (εδώ).

Έναντι του δυναμισμού και αναπάντητης (από την διεθνή κοινότητα) προκλητικότητας της Τουρκίας η Ελλάδα προσέρχεται στον «διάλογο» εκούσα άκουσα και μάλλον αποδυναμωμένη αφού επί του πεδίου έχει να επιδείξει μόνο περιορισμένα ''εδαφικά κέρδη''. Ναι μεν απέκρουσε επιτυχώς την υποκινούμενη από την Άγκυρα μεταναστευτική εισβολή στον Έβρο (Φεβρουάριος 2020) και παρενόχλησε συστηματικά την Τουρκική αρμάδα στην θαλάσσια ζώνη μεταξύ Κύπρου, Ρόδου και Κρήτης (Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2020), πλην όμως δεν απέτρεψε την Τουρκία από την διεξαγωγή εκτενών ερευνών εντός της εν δυνάμει Ελληνικής ΑΟΖ. Η δε πολυδιαφημισμένη αλλά στην ουσία  κολοβή (και πρακτικά μη εφαρμόσιμη) συμφωνία οριοθετήσης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου κάθε άλλο παρά εμπόδισε την Άγκυρα από το να συνεχίσει τις έκνομες ενέργειές της σε όλη την ανωτέρω θαλάσσια περιοχή. 

Η διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο, καί πρόσφατα στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι ότι η μεν Τουρκία δραστηριοποιείται στην περιοχή  βάσει ενός καλά οργανωμένου  σχεδίου που έχει στο επίκεντρο του τις έρευνες υδρογονανθράκων και άρα εκ των πραγμάτων έχει συγκεκριμένους στόχους, ενώ η Ελλάδα χωρίς στην ουσία να έχει οριοθετημένες και γνωστές σε όλους θαλάσσιες ζώνες (εδώ), δηλαδή ΑΟΖ,  δίδει μάχη  χαρακωμάτων προσπαθώντας να πείσει την διεθνή κοινότητα για την Τουρκική προκλητικότητα και τις έκνομες ενέργειες. Η δε απαξίωση του ρόλου και σημασίας των υδρογονανθράκων, υπό τα έωλα επιχειρήματα προοδευτικών οικονομολόγων περί δήθεν stranded assets, έχει οδηγήσει την Ελληνική πλευρά σε βασικά λάθη στρατηγικής αφού έχει απεμπολήσει την οριοθέτηση νότια της Κρήτης, καθ’ όλο το μήκος της από το πλέον ανατολικό έως το πλέον δυτικό άκρο, που πραγματοποιήθηκε  με τον πλέον επίσημο τρόπο το 2011 και το 2014 στο πλαίσιο των διεθνών διαγωνισμών που διεξήχθησαν τότε για έρευνες υδρογονανθράκων. 

Ουσιαστικά η Ελληνική αντιπροσωπεία μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη στις 25 Ιανουαρίου με την ουρά υπό τα σκέλη αφού και στο θέμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 νμ στην ηπειρωτική χώρα αυτή παραδόξως σταμάτησε στο Ακρωτήριο Ταίναρο, με την κυβέρνηση να θεωρεί  ότι η συμπερίληψη της Αττικής, της Στερεάς, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης -για να μην ομιλήσουμε για την Κρήτη- θα θεωρείτο προκλητική ενέργεια έναντι της Τουρκίας. Με το διαχρονικό φοβικό σύνδρομο των Αθηνών σε όλο του το μεγαλείο! Πρόκειται για τους αντι-ήρωες του Καβάφη οι οποίοι κάθε άλλο παρά «ώρισαν και φυλάγουν  Θερμοπύλες» αλλά ούτε  «γενναίοι» στο ελάχιστο αποδεικνύονται. (... γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν είναι πτωχοί, παλ’ εις μικρόν γενναίοι...) 

Ας μην έχουμε λοιπόν  αυταπάτες ότι προσερχόμενοι σε τέτοιου είδους συναντήσεις (με λάθος σχήμα διαπραγμάτευσης) και με αυτό το  υπόβαθρο θα καταφέρουμε να διασφαλίσουμε επ’ ωφελεία μας οριοθέτηση. Έχοντας απέναντι μια αναθεωρητική  και κινούμενη επιθετικά Τουρκία, εκτός πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου, η Ελλάδα θα έπρεπε προ πολλού να έχει  υιοθετήσει τελείως διαφορετική στρατηγική εγκαταλείποντας την μέχρι σήμερα πιστά ακολουθούμενη από όλες τις κυβερνήσεις -μηδέ της παρούσας εξαιρουμένης - κατευναστικής πολιτικής.