Την περασμένη εβδομάδα (3/7) ο βουλευτής της ΝΔ Μακάριος Λαζαρίδης μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Real FM αναφερόμενος στα οικονομικά προβλήματα της ΔΕΗ την χαρακτήρισε ως μια ωρολογιακή βόμβα που αφήνει πίσω της η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κάνοντας λόγο για € 900 εκ. ζημιές! Ενωρίτερα, η ΝΔ είχε αναφερθεί σε λαθεμένες κυβερνητικές επιλογές που οδήγησαν την ΔΕΗ σε οικονομικό "Black Out" ενώ ο σύμβουλος της για στρατηγική, η γνωστή McKinsey, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2018 είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο βιωσιμότητας διαπιστώνοντας ότι το καθαρό χρέος της Επιχείρησης ήτο τότε ( αρχές 2018) 8-9 φορές μεγαλύτερο από τα λειτουργικά της κέρδη.  "Για να γίνει βιώσιμη η Επιχείρηση, θα πρέπει η σχέση αυτή να περιοριστεί στο 3 ", σημείωνε μεταξύ άλλων η McKinsey στο business plan που παρέδωσε στην διοίκηση της ΔΕΗ και στα συναρμόδια υπουργεία.

Τις καταστροφολογικές θέσεις της ΝΔ  αντέκρουσε ο αρμόδιος Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας ,Γιώργος Σταθάκης, μιλώντας στην ίδια εκπομπή στον δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου. Ποιο συγκεκριμένα ο Γ. Σταθάκης ανέφερε ότι είναι συγκυριακό φαινόμενο η πίεση που δέχεται η ΔΕΗ το τελευταίο εξάμηνο,  καθώς αυτή οφείλεται σε παράγοντες όπως είναι η αύξηση των ρύπων, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου (αφού σχεδόν το σύνολο της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στα νησιά παράγεται από πετρελαιογεννήτριες που καίνε μαζούτ η ντίζελ), στις αντίστοιχες αυξήσεις του φ. αερίου (το οποίο  σήμερα η ΔΕΗ καταναλώνει πολύ περισσότερο απ´ ότι στο παρελθόν αφού λόγω του υψηλού κόστους των ρύπων είναι υποχρεωμένη να μειώνει την παραγωγή από τους λιγνιτικούς της σταθμούς ) και στην μη κανονική (δηλ. όχι στο πλήρες δυναμικό τους) λειτουργία των υδροηλεκτρικών μονάδων. Υπάρχει ακόμα και μία σειρά άλλων,  πρόσθετων παραγόντων, που επηρέασαν αρνητικά τα αποτελέσματα της ΔΕΗ όπως οι ζημίες των προς πώληση λιγνιτικών μονάδων (Μελίτη και Μεγαλόπολη), τα €200 εκ. τέλος προμηθευτή που κατήργησε η κυβέρνηση ως και οι αποζημιώσεις των 1200 υπαλλήλων της Επιχείρησης οι οποίοι εισήλθαν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.

Με η χωρίς συγκυριακούς παράγοντες είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η οικονομική θέση της ΔΕΗ διαρκώς επιδεινώνεται τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά το 2015,  όπως εξ άλλου έδειξαν ξεκάθαρα τα αποτελέσματα του 2018 και αυτά του α’ τριμήνου του τρέχοντος έτους. Σύμφωνα με αυτά τα συνολικά έσοδα της Επιχείρησης την χρονιά που πέρασε διαμορφώθηκαν στα €4.741,6 εκατ. μειωμένα κατά 4,1% σε σύγκριση με το 2017 (και πάνω απο 20% σε σύγκριση με το 2008) ενώ το EBITDA το 2018 ήτο € 216,5 εκατ. από το € 828,8 εκατ. το 2017 ( - 73,9%) Αποτέλεσμα η Επιχείρηση να εγγράψει ζημιές € 542,0 εκ. έναντι καθαρών κερδών €127,6 εκατ. το 2017. Με την κακοδαιμονία να συνεχίζεται όλο το πρώτο τρίμηνο του 2019 όπου οι ζημιές συνεχίστηκαν (-€235,5 εκατ. έναντι -€ 18,7 εκατ. έναντι α’ τριμήνου 2017) με παράλληλη αύξηση των λειτουργικών δαπανών. (€1.189,2 εκατ. έναντι €977,6 το α’ τρίμηνο του 2017). Τα δε πλήρη στοιχεία των οικονομικών αποτελεσμάτων της ΔΕΗ για το 2018 και το α’ τρίμηνο του 2019 μπορεί να βρει ο αναγνώστης ανατρέχοντας στην ιστοσελίδα της Επιχείρησης στο www.dei.gr.    

Για κάποιον που παρακολουθεί συστηματικά την Ελληνική αγορά ηλεκτρισμού και ειδικά την πορεία της ΔΕΗ τα τελευταία χρόνια δεν αποτελεί έκπληξη η απώλεια κερδοφορίας της τελευταίας και η επικίνδυνη επιδείνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της άλλοτε κραταιάς και μονοπωλιακής επιχείρησης. Έκπληξη - και μάλιστα μεγάλη - αποτελεί  το γεγονός ότι η ΔΕΗ δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, και μαζί με αυτήν το ενεργειακό σύστημα της χώρας. Και για να γίνουμε πλέον σαφείς θα πρέπει να αντιληφθούμε το τελείως αρνητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει η Επιχείρηση τα τελευταία χρόνια και το οποίο έχει διαμορφωθεί από τελείως εξωγενείς παράγοντες, (χωρίς ουδεμία συμμετοχή στις όποιες αποφάσεις από την διοίκηση της ΔΕΗ) και κυρίως ως αποτέλεσμα του dictat  της Ευρωπαϊκής  Επιτροπής. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

1. Η υποχρεωτική συρρίκνωση του μεριδίου αγοράς της ΔΕΗ, στο πλαίσιο των κανόνων για απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, από το 100% της μονοπωλιακής κατάστασης σε κάτω από το 50% μέσα σε 5 χρόνια (όπως προβλέπει το 3ο Μνημόνιο του 2015),με αποτέλεσμα σήμερα αυτό να έχει μειωθεί κατά μέσο όρο στο 77,1% και με την μείωση του μεριδίου να οδηγεί αναγκαστικά και σε μειωμένες πωλήσεις παρά το γεγονός ότι η Επιχείρηση εξακολουθεί να ηλεκτροδοτεί περί τα 7 εκατομμύρια νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και όλες τις μεγάλες βιομηχανίες της χώρας. Και εδώ ανοίγουμε μια μεγάλη παρένθεση για να γίνει κατανοητή η απόφαση της ΕΕ για μείωση του μεριδίου αγοράς της ΔΕΗ.

(Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση της Κομισιόν για την υποχρεωτική μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στην λιανική αγορά, όπως επισημοποιήθηκε μέσα από τα τρία Μνημόνια, δεν ήτο τόσο αδικαιολόγητη η προκλητική όπως παρουσιάστηκε ευρύτερα τόσο από τους συνδικαλιστικούς φορείς όσο και από κυβερνητικά στελέχη. Η απόφαση αυτή ήτο το αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης επι σειρά ετών της Ελληνικής πολιτείας στις Ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες και στο Ευρωπαϊκό δίκαιο για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Βάσει των αποφάσεων αυτών η ΔΕΗ θα έπρεπε να είχε αυτοβούλως πωλήσει ένα μέρος του παραγωγικού της δυναμικού, συμπεριλαμβανομένων λιγνιτικών και υδροηλεκτρικών μονάδων και του πελατολογίου της σε μία η δύο άλλες εταιρείες έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες συνθήκες ανταγωνισμού. Παράλληλα η ΔΕΗ, με τα έσοδα που θα αποκτούσε από την πώληση αυτή, θα μπορούσε να επενδύσει σε άλλες εκτός Ελλάδος αγορές. Όπως ακριβώς έπραξαν άλλες μεγάλες μονοπωλιακές εταιρείες ηλεκτρισμού στην Ευρώπη όπως η Ιταλική ENEL, η Τσέχικη CEZ, η Ισπανική Endesa κλπ. Οι εταιρείες αυτές εκχωρώντας ένα μέρος του μεριδίου της στην εσωτερική αγορά σε εν δυνάμει ανταγωνιστές τους, και επενδύοντας  εκτός συνόρων, όχι μόνο δεν έχασαν πελάτες αλλά έκτοτε αναπτύχθηκαν ραγδαία και σήμερα πρωταγωνιστούν στην Ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά και όχι μόνο. 

Βέβαια αυτή η κίνηση έπρεπε να γίνει από την ΔΕΗ, και με την υποστήριξη των τότε κυβερνήσεων, όσο ήταν καιρός την περίοδο 2000-2006 - δηλαδή τότε που η ΔΕΗ μπορούσε αυτή να διαμορφώσει τις συνθήκες πώλησης και όχι τώρα που σέρνεται κυριολεκτικά πίσω από τους ενδιαφερόμενους αγοραστές και τις παράλογες απαιτήσεις τους - όταν διαμορφώνοντο οι νέες συνθήκες στην Ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού. Δυστυχώς το  πολιτικό σύστημα εκείνης της περιόδου παρέμενε εγκλωβισμένο υπό τις απειλές των  συνδικαλιστών της ΓΕΝΟΠ- ΔΕΗ, αρνούμενο να δει πέρα  από την μύτη του και επιλέγοντας να έχει καλές σχέσεις με μία αδρά αμειβόμενη( για ποιες άραγε προσφερόμενες υπηρεσίες?) συνδικαλιστική χούφτα. Όταν δε αρθρογραφούσαμε  στην Καθημερινή και στο energia.gr (περίοδος 2002-2008) υποστηρίζοντας σθεναρά την ανάγκη οικειοθελούς διάσπασης της ΔΕΗ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού πλαισίου, ώστε να αποφευχθεί ένας υποχρεωτικός κατακερματισμός αργότερα με δυσμενείς για την Επιχείρηση συνθήκες (όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα), επισύραμε την μήνι και τον χλευασμό των συνδικαλιστών της ΔΕΗ ,αλλά και αρκετών κυβερνητικών παραγόντων, οι οποίοι προτιμούσαν την άνεση της καρέκλας  τους και την θαλπωρή της προσφερόμενης ακινησίας  αρνούμενοι πεισματικά να αντιμετωπίσουν την άβολη πραγματικότητα του γρήγορα μεταβαλλόμενου Ευρωπαϊκού ενεργειακού περιβάλλοντος)

2. Η επιβολή από την ΕΕ του μηχανισμού ΝΟΜΕ, μέσω του οποίου με τακτικές δημοπρασίες, η ΔΕΗ πωλεί μέρος της παραγωγής της ( και αρκετές φορές σε τιμές κάτω του κόστους) σε ανταγωνιστές της προκειμένου να είναι σε θέση να δραστηριοποιούνται  στην λιανική αγορά. Όμως οι ποσότητες αυτές δεν καταλήγουν πάντοτε στην εσωτερική αγορά αφού δημιουργείται σοβαρό δέλεαρ στις εταιρείες να πωλούν μέρος των ποσοτήτων αυτών στο εξωτερικό εισπράττοντας υψηλότερες τιμές. Μπορεί η ΔΕΗ να εισπράττει σταθερά χρήματα απο τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ κατά την διάρκεια του έτους όμως αυτο γίνεται εις βάρος της κερδοφορίας της.Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Α τρίμηνο του 2019 όπου η επιβάρυνση απο τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ αποδείχθηκε ιδιατερα υψηλή καθώς οι σχετικές ποσότητες υπερέβησαν το άθροισμα της λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής κατα 418 GWh

3.Η υποχρεωτική συρρίκνωση του μεριδίου της ΔΕΗ στην αγορά ηλεκτρισμού και η επιβολή των ΝΟΜΕ έχουν δημιουργήσει ένα στρεβλό λειτουργικό περιβάλλον με αποτέλεσμα σήμερα (α’ τρίμηνο 2019) η ΔΕΗ με ένα μερίδιο παραγωγής 42,4% ( το υπόλοιπο καλύπτεται απο εισαγωγές και από την παραγωγή των ανεξάρτητων παραγωγών) και προμήθειας 76,6% , να. αναγκάζεται να αγοράζει συμπληρωματικά απο το pool προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες ηλεκτροδότησης των πελατών της.

4. Η υψηλή συμμετοχή των λιγνιτικών μονάδων στην ηλεκτροπαραγωγή που μεταξύ τους έχουν εγκατεστημένη ισχύ 3,9 GW, και αντιστοιχεί στο 34,5% της συνολικής εγκατ. ισχύος της ΔΕΗ, και οι οποίες μέχρι τώρα αποτελούσαν σοβαρό asset για την Επιχείρηση λόγω του εγχώριου 'φθηνού' έως πρόσφατα λιγνίτη. Όμως με τα δικαιώματα  αγοράς ρύπων να έχουν εκτοξευθεί στα ύψη (σήμερα στα €26 /τόνο και αύριο στα €30 και €35 )η ΔΕΗ το 2018 υποχρεώθηκε να αγοράσει δικαιώματα καταβάλλοντας €310,4 εκατ. έναντι €181,2 εκατ. το 2017. Έτσι από ανταγωνιστικό πλεονέκτημα η λιγνιτική παραγωγή της ΔΕΗ κινδυνεύει να μετατραπεί, εάν δεν έχει ήδη, σε βαρίδι. Η δε απεγνωσμένη προσπάθεια της ΔΕΗ να πωλήσει τις μονάδες Μελίτη και Μεγαλόπολη, μετά από συνεννόηση με την Κομισιόν στις Βρυξέλλες, και το άγονο  έως τώρα αποτέλεσμα, επιβεβαιώνουν την απαξίωση του λιγνιτικού δυναμικού της Επιχείρησης που ως γνωστό για πολλές δεκαετίες στήριξε σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της και τον εξηλεκτρισμό της χώρας. Και ασφαλώς ο Ευρωπαϊκός στόχος για ταχεία  απανθρακοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής δεν βοηθάει. Χωρίς να αποτελεί επιλογή της ΔΕΗ, αλλά αποκλειστικά της ΕΕ - στα όργανα της οποίας συμμετέχει η Ελλάδα - η οποία όμως σε αντίθεση με την Πολωνία  και άλλες γειτονικές χώρες δεν διατύπωσε την παραμικρή αντίρρηση ούτε απαίτησε κάποιου είδους αποζημίωση ως όφειλε.

5. Ακόμα στους εξωγενείς παράγοντες που καταδυναστεύουν τα οικονομικά της ΔΕΗ θα πρέπει να προστεθεί η αδυναμία είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών από μεγάλη μερίδα πελατών που δημιουργήθηκαν την τριετία 2014-2017 αφού η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο  εξάσκησης μιας δήθεν κοινωνικής πολιτικής είχε απαγορεύσει στην διοίκηση  της ΔΕΗ να λειτουργεί με τους κανόνες της αγοράς.

Και ασφαλώς ούτε λόγος να γίνεται για μετακύληση του αυξημένου λειτουργικού κόστους της Επιχείρησης στους καταναλωτές μέσω αύξησης των τιμολογίων. Με αποτέλεσμα η ΔΕΗ να στερείται ρευστότητας με το βουνό των ληξιπρόθεσμων οφειλών να έχει φθάνει τα €2,3 δισεκ. και να συμβάλλουν στην επιδείνωση των λειτουργικών δαπανών κατά €211,6 εκατ. ( Α τρίμηνο 2019) 

6. Τέλος, θα πρέπει  να ληφθεί σοβαρά υπ´ όψη ότι τα τελευταία χρόνια, δηλ. από  το 2010 και μετά τα οικονομικά της ΔΕΗ υφίστανται ακόμα ένα σοβαρό πλήγμα από την περιπέτεια της Ελληνικής οικονομίας που είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξουν οι συνθήκες δανεισμού της Επιχείρησης προς το δυσμενέστερο. Έτσι η ΔΕΗ άρχισε να τιμωρείται με συνεχή υποβιβασμό του αξιόχρεου της και με αρκετά υψηλότερα επιτόκια. Και ενώ τις δεκαετίες του 1980, 1990 και 2000 η ΔΕΗ πετύχαινε ποιο ανταγωνιστικούς όρους δανεισμού απ´ ότι η κεντρική κυβέρνηση σήμερα η κατάσταση αυτή έχει αντιστραφεί πλήρως.

Έχουμε λοιπόν σήμερα μία ΔΕΗ της οποίας η μετοχή έχει πραγματικά καταρρεύσει έτσι που η αξία της να αποτιμάται σήμερα μόλις στα € 300 εκ. και να βάλλεται πανταχόθεν ως κάποιοι να επιθυμούν με κάθε τρόπο τον διαμελισμό και την εξαφάνιση  της. Δεν είναι πιστεύουμε άστοχη η παρομοίωση της σημερινής ΔΕΗ με έναν σάκο του box τον οποίο κτυπούν απανωτά και όσο δυνατά μπορούν διάφοροι αθλούμενοι. Τα κτυπήματα είναι εστιασμένα και δυνατά: μείωση μεριδίου στην λιανική αγορά, υποχρεωτική πώληση φθηνού ηλεκτρικού ρεύματος στους ανταγωνιστές της, αυξανόμενες εισφορές για αγορά δικαιωμάτων ρύπων (ο κομψός Ευρωπαϊκός τρόπος για να δείξουν την πόρτα στον άνθρακα στην ηλεκτροπαραγωγή), αδυναμία είσπραξης οφειλών και αύξησης τιμολογίων  με κυβερνητική εντολή, σταδιακή απαξίωση παραγωγικού δυναμικού λόγω αδυναμίας συντήρησης κλπ. Το ερώτημα ασφαλώς παραμένει για ποσό καιρό ακόμη η ΔΕΗ υπό την σημερινή διοίκηση  Παναγιωτάκη (η οποία διεξάγει  ηρωική μάχη επιβίωσης ενάντια σε διαρκώς μεταβαλλόμενους εξωγενείς και εχθρικούς  παράγοντες), και αύριο υπό νέα διοίκηση που θα τοποθετήσει η κυβέρνηση της ΝΔ, θα μπορέσει να αντέξει να λειτουργεί υπό το σημερινό αρνητικό για αυτήν περιβάλλον.

Εύκολες απαντήσεις και μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Η προοπτική πακεταρίσματος και πώλησης της Μικρής ΔΕΗ, που τόσο απερίσκεπτα και ανέξοδα απέρριψε ο ΣΥΡΙΖΑ όταν ήλθε στην εξουσία, δεν υφίσταται πλέον λόγω απαξίωσης του λιγνιτικού δυναμικού της Επιχείρησης.  Όλα  τα ανωτέρω  στοιχεία είναι ενδεικτικά του απόλυτου εγκλωβισμού που ευρίσκεται  σήμερα ΔΕΗ, έχοντας εισέλθει σε ένα καθοδικό σπιράλ συνεχούς φθοράς και απαξίωσης απ´όπου είναι πραγματικά  δύσκολο να ξεφύγει, έτσι που η όλη κατάσταση να παρομοιάζεται με έναν Γόρδιο Δεσμό.Μόνο που σε αντίθεση με την λύση που επέλεξε να εφαρμόσει ο Μέγας Αλέξανδρος παρόμοια λύση δεν φαίνεται να υπάρχει στον ορίζοντα για την περίπτωση της ΔΕΗ.

Όμως η ΔΕΗ δεν μπορεί να αφεθεί να αντιμετωπίσει μόνη της την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που την περιβάλλουν και ούτε ως λύση μπορεί να προκριθεί ο αργός θάνατος της. Κάτι τέτοιο θα είχε οδυνηρές συνέπειες για το σύνολο του ενεργειακού τομέα της χώρας και θα επιδρούσε αρνητικά στην ίδια την οικονομία. Ούτε βεβαίως  αποτελεί λύση η απρογραμμάτιστη εδώ και τώρα μαζική πώληση περιουσιακών στοιχείων και εγκατεστημένης ισχύος, γιατί αυτό  θα απειλούσε την ευστάθεια του ενεργειακού συστήματος. Ούτε η είσοδος ενός στρατηγικού επενδυτή η αλλαγή του management της Επιχείρησης αποτελεί λύση, όσο διάστημα η πολιτική ηγεσία δεν  αφήνει την ΔΕΗ να λειτουργήσει ως επιχείρηση προσπαθώντας να ελέγξει το κάθε της βήμα προσμετρώντας πραγματικά η υποτιθέμενα πολιτικά κόστη.

Συμπερασματικά, ο Γόρδιος Δεσμός της ΔΕΗ δεν μπορεί να λυθεί δια της σπάθης αλλά μόνο βάσει ενός συντεταγμένου σχεδίου και μάλιστα με την άμεσο εμπλοκή της Κομισιόν, η οποία θα  πρέπει επιτέλους να αναλάβει μέρος των ευθυνών της και όχι να παραμένει αμέτοχος θεατής στην καλύτερη περίπτωση, η επιτηρητής της τάξεως και τιμωρός στην χειρότερη. Ένα σχέδιο εξυγίανσης της ΔΕΗ θα έπρεπε κατ’ αρχάς και με την υποστήριξη της Κομισιόν να περιορίσει τους εξωγενής εχθρικούς παράγοντες (π.χ. ΝΟΜΕ, εξασφάλιση ορισμένων δωρεάν δικαιωμάτων ρύπων) και αφετέρου να στοχεύσει στην πώληση περιουσιακών στοιχείων που δεν θα επιφέρουν ριζικές μεταβολές στο παραγωγικό της δυναμικό (λ.χ. τμηματική κατά περιφέρεια πώληση του ΔΕΔΔΗΕ). Όπως επίσης θα πρέπει η ΔΕΗ να αφεθεί να προγραμματίσει την σταδιακή απόσυρση παλαιών και μη αποδοτικών λιγνιτικών μονάδων, ιδιαίτερα μετά την λειτουργία της υπό κατασκευής νέας υπερσύγχρονης λιγνιτικής μονάδας της Πτολεμαΐδας V. Ασφαλώς και υπάρχει περιθώριο για άμεσες διορθωτικές κινήσεις (λ.χ. επίσπευση είσπραξης παλαιών οφειλών, είσπραξη οφειλόμενων ΥΚΩ, μείωση κόστους αγοράς ρύπων) ενώ θα συντάσσεται  το νέο business plan με στόχο την εξυγίανση της Επιχείρησης και τον περαιτέρω εξορθολογισμό της λειτουργίας της. Η ΔΕΗ είναι ένας τεράστιος και σύνθετος στην λειτουργία  του οργανισμού και άρα εύκολες και μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Απαιτείται περίσκεψη και προγραμματισμός.

Για την νέα κυβέρνηση η ΔΕΗ θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, όχι διότι η Επιχείρηση κινδυνεύει με άμεση οικονομική κατάρρευση, όπως ανερυθρίαστα κινδυνολογούν ορισμένοι, αλλά γιατί ως μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις  της χώρας και πυλώνας του ενεργειακού συστήματος, θα πρέπει σύντομα να αποκαταστήσει την ομαλή οικονομική λειτουργία της και όχι να ευρίσκεται κυριολεκτικά έκθετη σε αυξανόμενες εξωτερικές απειλές  με την ίδια να μην μπορεί να αντιδράσει έχοντας , ελέω πολιτικής ηγεσίας ,τα χέρια της δεμένα. Η ΔΕΗ εξακολουθεί να αποτελεί εθνική εταιρεία ( στην οποία η μεταπολεμική Ελλάδα οφείλει πολλά) και άρα εθνική προτεραιότητα και ως τέτοια θα πρέπει να αντιμετωπισθεί, με την νέα κυβέρνηση να καλείται να αποκαταστήσει το θεσμικό κύρος και την τρωθείσα επιχειρηματική της εμβέλεια επιτρέποντας την λειτουργία της ως “επιχείρηση” και όχι να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμα διεύθυνση υπουργείου η κομματικό μικρομάγαζο.