Η Μετάβαση σε Καθαρές Μορφές Ενέργειας και η Ασφάλεια Ενεργειακής Προμήθειας, Δύο Βασικές Προτεραιότητες και Συνάμα Μεγάλες Προκλήσεις για τη ΝΑ Ευρώπη

energia.gr
Τρι, 26 Ιουνίου 2018 - 12:58

Στο ετήσιο συνέδριο του ΙΕΝΕ για την ενέργεια στη ΝΑ Ευρώπη, οι εργασίες του οποίου ξεκινούν σήμερα (26/6) στη Θεσσαλονίκη και ολοκληρώνονται αύριο, το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί σε δυο κυρίαρχα θέματα που απασχολούν εξίσου κυβερνήσεις και επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή. Αυτά έχουν να κάνουν πρώτον με τη μετάβαση σε πλέον καθαρές μορφές ενέργειας -όπως είναι το φυσικό αέριο και οι ΑΠΕ- και δεύτερον με την εξασφάλιση προμήθειας των απαραιτήτων καυσίμων, κυρίως πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία εισάγονται απ’ όλες σχεδόν τις χώρες της περιοχής και οι οικονομίες των οποίων εξαρτώνται σε υπέρμετρο βαθμό από αυτά.

Η ενεργειακή μετάβαση, που τείνει να κυριαρχήσει και σχεδόν να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον κυβερνήσεων και εταιρειών το τελευταίο διάστημα, έχει αποκτήσει μια νέα δυναμική μετά τη διεθνή διάσκεψη των Παρισίων το 2015, γνωστή ως COP 21, και των δεσμεύσεων που ελήφθησαν σε παγκόσμιο επίπεδο για τη συγκράτηση της προβλεπόμενης μέσης αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη, ώστε να αποφευχθεί μια υπερθέρμανση. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ έχει θεσπίσει νέους και πλέον φιλόδοξους στόχους τόσο στη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο -που προβλέπεται πλέον στο 32% (από το σημερινό 20%), όσο και στην ενεργειακή αποδοτικότητα, η οποία και αυτή θα πρέπει να βελτιωθεί κατά 32,5% (από το σημερινό  20%), με παράλληλη στροφή των μεταφορών σε πράσινα καύσιμα, και όλα αυτά θα πρέπει να επιτευχθούν μέχρι το 2030.

Για τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τα Δυτικά Βαλκάνια (Αλβανία, Βόρειο Μακεδονία, Κόσσοβο, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βοσνία -Ερζεγοβίνη), τις χώρες μέλη της ΕΕ στην περιοχή (Σλοβενία, Κροατία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ελλάδα και Κύπρο) και την Τουρκία, η μετάβαση σε πλέον καθαρές μορφές ενέργειας αποτελεί μια σημαντική πρόκληση για δυο βασικούς λόγους. Πρώτον διότι οι περισσότερες από αυτές τις χώρες χρησιμοποιούν ως βασικό καύσιμο στην ηλεκτροπαραγωγή κάρβουνο ή λιγνίτη, έχοντας μάλιστα σε εξέλιξη πολυδάπανα προγράμματα κατασκευής νέων μονάδων, με συνολική εγκατεστημένη ισχύ που φθάνει αθροιστικά περί τα 4,0 GW κατ’ έτος για τα επόμενα 8-10 χρόνια (συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας). Με τις περισσότερες νέες ανθρακικές μονάδες να είναι σύγχρονης τεχνολογίας, αντικαθιστώντας παλαιότερες λιγότερο αποδοτικές. Στη δε περίπτωση των ανθρακικών - λιγνιτικών μονάδων θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η κοινωνική διάσταση του όλου θέματος, αφού η λιγνιτοπαραγωγή για όλες τις χώρες προσφέρει χιλιάδες θέσεις εργασίας και συντηρεί εκατοντάδες τοπικές κοινωνίες.

Ο δεύτερος λόγος που η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί μια σοβαρή πρόκληση για όλη την περιοχή της ΝΑ Ευρώπης έχει να κάνει με το μέχρι σήμερα υψηλό κόστος και το δύσκολο ρυθμιστικό πλαίσιο που σχετίζεται με την εγκατάσταση μονάδων ΑΠΕ, είτε αυτές αφορούν αιολικά πάρκα, σταθμούς φωτοβολταϊκών, μονάδες βιομάζας, μικρά υδροηλεκτρικά και γεωθερμία. Η μέχρι σήμερα διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα των διαφόρων χωρών κυμαίνεται από 8% έως και 18% κατά μέσο όρο, με τα υδροηλεκτρικά, ιδίως στην περίπτωση των Δυτικών Βαλκανίων, να αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο ποσοστό. Είναι ξεκάθαρο ότι για να επιτευχθεί μία πολύ μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ, ώστε να καλυφθούν οι λίαν φιλόδοξοι στόχοι της ΕΕ, θα χρειασθεί μια κολοσσιαία προσπάθεια από πλευράς εταιρειών, κυβερνήσεων και καταναλωτών και προπάντων αλλαγή νοοτροπίας και εμπεδωμένων καταναλωτικών συνηθειών και προτύπων. Ακόμα θα χρειασθεί μια σοβαρή αναβάθμιση και επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων και κυρίως η κατασκευή επιπλέον διασυνοριακών ηλεκτρικών συνδέσεων, με στόχευση την πλήρη ενοποίηση των ηλεκτρικών δικτύων της ευρύτερης περιοχής.

Ακόμα μια σοβαρή πρόκληση για τις περισσότερες χώρες της περιοχής είναι η ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής τους ασφάλειας, τόσο από την άποψη εξασφάλισης προμήθειας βασικών καυσίμων, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, βάσει μακροπρόθεσμων συμβολαίων, όσο και της διαφύλαξης των αρτηριών ενεργειακών προμηθειών. Με την περιοχή να έχει πληγεί αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν από διακοπή τροφοδοσίας φυσικού αερίου, το θέμα της ενεργειακής ασφάλειας κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκό είναι. Οι μηχανισμοί έγκαιρης ενημέρωσης και αλληλεγγύης που έχουν ήδη σχεδιαστεί και εισαχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έρχονται να αντιμετωπίσουν εν μέρει το δύσκολο θέμα της ενεργειακής ασφάλειας, πλην όμως η κάθε χώρα οφείλει να έχει δημιουργήσει ένα δικό της πλέγμα μέτρων προστασίας και πρόληψης. Υπό αυτή την έννοια, η ανάπτυξη ενός όσο το δυνατόν διαφοροποιημένου ενεργειακού μίγματος αποτελεί, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΕΝΕ, τον καλύτερο δυνατό αμυντικό μηχανισμό στο ενδεχόμενο διακοπής ενεργειακής τροφοδοσίας.

Βάσει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η περιοχή της ΝΑ Ευρώπης -τόσο κατά τη φάση ενεργειακής της μετάβασης, όσο και στον τομέα της ενεργειακής της ασφάλειας- είναι ιδιαίτερα σύνθετες και απαιτητικές από πλευράς επενδύσεων, αλλά και συμμόρφωσης με το νέο ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο που είναι ήδη υπό διαμόρφωση. Κορυφαία δε πρόκληση παραμένει η αντίφαση στρατηγικής που πρέπει να αντιμετωπίσουν μεθοδικά και με μεγάλη υπομονή οι περισσότερες χώρες τα αμέσως επόμενα χρόνια, όπου θα πρέπει να συγκεράσουν τις δεσμεύσεις τους για την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ και τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας με τα εν εξελίξει προγράμματά τους για συνέχιση της εκμετάλλευσης των λιγωτικών τους αποθεμάτων βάσει κοινωνικό-οικονομικών κριτηρίων.