Η βιομηχανία των ημιαγωγών (τσιπ) κινεί σήμερα τα νήματα της παγκόσμιας οικονομίας, με την αγορά τους να αναμένεται να ξεπεράσει το 1 τρισ. δολάρια έως το 2030, επηρεάζοντας τα πάντα, από την τεχνητή νοημοσύνη (AI) και τα ηλεκτρικά οχήματα έως την αμυντική βιομηχανία. Στο επίκεντρο αυτής της ψηφιακής «αυτοκρατορίας» βρίσκεται η Ταϊβάν, μια νησιωτική δημοκρατία –με μέγεθος παρόμοιο με αυτό του Μέριλαντ των ΗΠΑ, όπως σημειώνουν οι New York Times– η οποία όμως ελέγχει την παγκόσμια τεχνολογία, κατασκευάζοντας το 90% των τσιπ υψηλής τεχνολογίας στον κόσμο. Σε μυστικές ενημερώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσιγκτον και στη Σίλικον Βάλεϊ, αξιωματούχοι εθνικής ασφαλείας προειδοποίησαν στελέχη εταιρειών, όπως η Apple, η Advanced Micro Devices και η Qualcomm, ότι η Κίνα καταρτίζει σχέδια για την ανακατάληψη της Ταϊβάν, την οποία το Πεκίνο θεωρεί εδώ και καιρό αποσχισθείσα περιοχή.
Ενας κινεζικός αποκλεισμός ή μια εισβολή στην Ταϊβάν θα σήμαινε τον άμεσο στραγγαλισμό της προμήθειας ημιαγωγών, οδηγώντας την αμερικανική τεχνολογική βιομηχανία και την παγκόσμια οικονομία σε παράλυση. Και αυτό γιατί τα τσιπ που κατασκευάζονται στην Ταϊβάν τροφοδοτούν τα πάντα: από το iPhone και τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης μέχρι βηματοδότες και στρατιωτικό εξοπλισμό.
Παρά τις προειδοποιήσεις, τα κίνητρα και τις πιέσεις, οι ΝΥΤ σημειώνουν ότι μεγάλο μέρος της βιομηχανίας παρέμεινε για χρόνια αδρανές. Τα στελέχη των εταιρειών, απορροφημένα από τον έντονο ανταγωνισμό και τη διατήρηση υψηλών περιθωρίων κέρδους, αντιμετώπισαν τον γεωπολιτικό κίνδυνο ως δευτερεύον ζήτημα. Για τις αμερικανικές εταιρείες, η μεταφορά της παραγωγής στις ΗΠΑ σήμαινε υψηλότερο κόστος κατά τουλάχιστον 25% και χαμηλότερα περιθώρια κέρδους, ένα τίμημα που πολλοί διευθύνοντες σύμβουλοι δεν ήταν πρόθυμοι να καταβάλουν.
Οι ανησυχίες όμως επανήλθαν επιτακτικά στο προσκήνιο μετά τις πρόσφατες ασκήσεις με πραγματικά πυρά που διεξήγαγε ο κινεζικός στρατός σε ύδατα γύρω από την Ταϊβάν.
Μια εμπιστευτική έκθεση της Ενωσης Βιομηχανίας Ημιαγωγών από το 2022 περιγράφει με μελανά χρώματα τις συνέπειες μιας πιθανής διακοπής της παραγωγής στην Ταϊβάν. Η οικονομική παραγωγή των ΗΠΑ θα μπορούσε να συρρικνωθεί κατά 11%, μια πτώση διπλάσια από εκείνη της κρίσης του 2008, ενώ η Κίνα θα αντιμετώπιζε μείωση της τάξης του 16%. Συνολικά, το κόστος για την παγκόσμια οικονομία εκτιμάται ότι θα ξεπερνούσε τα 10 τρισ. δολάρια, προκαλώντας μια κρίση συγκρίσιμη μόνο με τη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του 1930.
«Η μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια οικονομία, το μεγαλύτερο σημείο μιας μεμονωμένης αποτυχίας, είναι ότι 97% των τσιπ υψηλής τεχνολογίας κατασκευάζονται στην Ταϊβάν», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ τον περασμένο μήνα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, αυξάνοντας ελαφρώς τις εκτιμήσεις της βιομηχανίας. «Εάν αυτό το νησί αποκλειστεί, αυτή η παραγωγική ικανότητα καταστραφεί, θα βιώσουμε μια οικονομική Αποκάλυψη».
Η Ουάσιγκτον επιχείρησε αρχικά να δελεάσει τη βιομηχανία με τον «νόμο CHIPS» του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν, προσφέροντας επιδοτήσεις ύψους 50 δισ. δολαρίων για την κατασκευή εγχώριων εργοστασίων. Παρότι εταιρείες όπως η TSMC, η Intel και η Samsung δεσμεύθηκαν για τεράστιες επενδύσεις στην Αριζόνα, στο Τέξας και στο Οχάιο, το πρόβλημα παρέμεινε: οι πελάτες δεν δεσμεύονταν να αγοράσουν τα ακριβότερα αμερικανικά τσιπ. Αυτό το αδιέξοδο οδήγησε σε μια πιο επιθετική προσέγγιση από την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία άρχισε να χρησιμοποιεί την απειλή δασμών ως μέσο πίεσης.
Η στρατηγική άλλαξε από την παροχή κινήτρων στην επιβολή τιμωριών. Με την απειλή δασμών ύψους έως και 100% για όσες εταιρείες δεν προμηθεύονται το 50% των ημιαγωγών τους από αμερικανικά εργοστάσια, η κυβέρνηση ανάγκασε τους τεχνολογικούς γίγαντες να επανεξετάσουν τη στάση τους. Η Nvidia και η Apple άρχισαν να δεσμεύουν δισεκατομμύρια για την αγορά τσιπ από τις νέες μονάδες στην Αριζόνα, ενώ η Intel, υπό την πίεση των οικονομικών προβλημάτων της και της κυβερνητικής παρέμβασης, αναγκάστηκε να παραχωρήσει μετοχικό κεφάλαιο στο κράτος για να διασφαλίσει τη στήριξη που χρειαζόταν.
Παρά τις νέες δεσμεύσεις που θέλουν τις ΗΠΑ να δαπανούν 200 δισ. δολάρια για εργοστάσια ημιαγωγών έως το 2030, η πλήρης απεξάρτηση παραμένει ένας μακρινός στόχος. Ακόμη και με την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας κατά 50%, το μερίδιο των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά το 2030 αναμένεται να παραμείνει στο 10%, καθώς η Ταϊβάν και η Κίνα συνεχίζουν να επενδύουν στον κλάδο των ημιαγωγών με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.
Η πολυπλοκότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας αποτελεί ωστόσο ένα επιπλέον εμπόδιο. Οπως φάνηκε από την πρόσφατη παραγωγή του πρώτου τσιπ τεχνητής νοημοσύνης της Nvidia επί αμερικανικού εδάφους, η διαδικασία δεν είναι αυτοτελής. Το τσιπ πρέπει ακόμη να αποσταλεί στην Ταϊβάν για την τελική «συσκευασία» (packaging), μια εξαιρετικά εξειδικευμένη διαδικασία που συνδέει διαφορετικά εξαρτήματα μεταξύ τους. Αυτό αναδεικνύει ότι παρά τα δισεκατομμύρια των επενδύσεων και τις πολιτικές παρεμβάσεις, η Σίλικον Βάλεϊ παραμένει απόλυτα εξαρτημένη από την Ταϊβάν, σε έναν αγώνα δρόμου ενάντια στον χρόνο και στις γεωπολιτικές ισορροπίες που γίνονται όλο και πιο ασταθείς.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)