Το ρεπορτάζ της «Εστίας της Κυριακής», που αποκαλύπτει χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της συμβάσεως του Ελληνικού Δημοσίου με την Chevron, θα πρέπει να τις έχει διαλύσει. Θα έπρεπε όμως από ετών να γνωρίζουμε ότι καμμία χώρα δεν θα στείλει στρατιωτικές δυνάμεις να υπερασπισθούν τα συμφέροντα εταιρειών. Το είδαμε στην Κύπρο, από όπου απεχώρησαν όλες οι εταιρείες (αμερικανικές, ιταλικές και γαλλικές) στις οποίες είχαν παραχωρηθεί δικαιώματα ερευνών επί οριοθετημένης ΑΟΖ, μόλις η Τουρκία αμφισβήτησε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και βεβαίως και η Ελλάς, που είχε ηθική τουλάχιστον υποχρέωση (το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου είχε δυστυχώς ήδη καταργηθεί) να υποστηρίξει την Λευκωσία, και σε αυτήν την περίπτωση «εποίησε την νήσσαν».
Η διεθνής πρακτική την οποία οι εταιρείες εφαρμόζουν είναι συγκεκριμένη. Όταν πρόκειται να αναλάβουν έρευνες ή εξορύξεις σε περιοχές στις οποίες υπάρχουν αμφισβητήσεις, φροντίζουν οι συμβάσεις που υπογράφουν να τις εξασφαλίζουν σε περιπτώσεις ανατροπής των δεδομένων. Όπως ακριβώς έκανε η Chevron στην σύμβαση που υπέγραψε με το Ελληνικό Δημόσιο. Δεν θα μεριμνήσουν ούτε θα ζητήσουν από τις κυβερνήσεις τους να μεριμνήσουν να μην αλλάξουν τα δεδομένα. Επιπροσθέτως, όταν γνωρίζουν ότι υπάρχουν αμφισβητήσεις, τις εκμεταλλεύονται προκειμένου οι συμβάσεις που θα συνάψουν να είναι «λεόντειες» περιορίζοντας τα δικαιώματα και τις απολαβές του συμβαλλομένου κράτους. Επικαλούνται τις επισφάλειες προκειμένου να εξασφαλίσουν υψηλότερο ποσοστό κερδών. Και στην περίπτωση κατά την οποία θα υπάρξουν ανατροπές δεδομένων και αλλαγές στις οριοθετήσεις, οι λεόντειες αυτές συμβάσεις θα χρησιμοποιηθούν για την εξασφάλιση αναλόγων ποσοστών κέρδους και στην σύμβαση που θα υπογράψουν και με το άλλο κράτος. Μπορεί να είναι κυνική η προσέγγισίς τους, αλλά αυτή είναι η διεθνής πραγματικότητα.
Αντιστοίχως υπάρχει η ψευδαίσθησις ότι μπορεί, αγοράζοντας αμερικανικά οπλικά συστήματα, να «αγοράζουμε» και την πολιτική υποστήριξη των ΗΠΑ στα εθνικά μας θέματα. Αρκεί να ανατρέξουμε στα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών και να αναλύσουμε την στάση των Αμερικανών στις ελληνο-τουρκικές κρίσεις για να δούμε ότι ούτε αυτό ισχύει. Στην καλύτερη περίπτωση, έχουμε την πολιτική ίσων αποστάσεων την οποία βλέπουμε να εφαρμόζει και το ΝΑΤΟ. Για το μέγεθος των αμερικανικών εξαγωγών οπλικών συστημάτων, η ελληνική αγορά θα παραμένει πάντοτε μικρή και συνήθως μικρότερη από την τουρκική, οπότε, και από οικονομική σκοπιά να το δούμε, μάλλον εθελοτυφλούμε αν περιμένουμε υποστήριξη βασισμένη σε αυτά τα δεδομένα.
Διαφορετική είναι η κατάστασις με την Γαλλία, για την οποία είμαστε ο σημαντικώτερος πελάτης από το 1972, οπότε αγοράσαμε τα πρώτα αεροπλάνα Mirage F-1, τα άρματα μάχης ΑΜΧ-30 και τα τεθωρακισμένα οχήματα ΑΜΧ-10. Έτσι συνήφθη η συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, η οποία συνδέθηκε με την αγορά των φρεγατών FDI. Προσοχή όμως, και η συμφωνία αυτή δεν είναι συμμαχία. Άλλο στρατιωτική συνεργασία και άλλο συμμαχία. Ομοίως δεν υπάρχει συμμαχία με το Ισραήλ, με το οποίο υπάρχει επίσης συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας. Σε σχέση με το Τελ Αβίβ, υπάρχει μια προοπτική, με βάση τις προχθεσινές τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανυάχου για εξάγωνο συμμαχιών με βασικούς πυλώνες την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ινδία, αλλά εναπόκειται στην Κυβέρνηση των Αθηνών να την εκμεταλλευθεί.
Να προσθέσουμε ότι η αγορά των πυραυλακάτων Super Vita από την Βρεταννία, προ εικοσαετίας, ήταν το αντάλλαγμα για να μην ασκήσει η κυβέρνησις του Τόνυ Μπλαίρ βέτο για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Τα οφέλη και σε αυτήν την περίπτωση, όπως σε όλες τις περιπτώσεις συναλλαγής, δεν έχουν διάρκεια. Ούτε η Βρεταννία ούτε η Γαλλία ή οι άλλες συμπαραγωγοί χώρες έτειναν ευήκοον ούς στις ελληνικές εκκλήσεις να μην πωληθούν στην Τουρκία πύραυλοι Meteor μαζί με τα αεροπλάνα Eurofighter. Το είπαμε και παραπάνω, υπάρχει κυνισμός στις διεθνείς σχέσεις, ιδιαιτέρως όταν εμπλέκονται εταιρείες και οικονομικά συμφέροντα. Και βεβαίως το Διεθνές Δίκαιον είναι μια ψευδαίσθησις όταν δεν υποστηρίζεται διά της ισχύος. Διά της ισχύος της εμπλεκομένης χώρας. Αν λοιπόν θέλουμε να το δούμε να εφαρμόζεται στις συμφωνίες οριοθετήσεως του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσόγειου, η περαιτέρω ανάπτυξις στρατιωτικής ισχύος είναι μονόδρομος. Θα πρέπει βεβαίως να συνοδεύεται από επίδειξη πολιτικής αποφασιστικότητος για την χρήση αυτής της ισχύος προς υποστήριξιν των εθνικών συμφερόντων. Διότι αν περιμένουμε από τρίτες χώρες, έχουμε χάσει εξ υπαρχής.
*Από την ΕΣΤΙΑ