επιτρέπει να επιβάλλει προσωρινούς δασμούς για 150 ημέρες χωρίς το Κογκρέσο, επικαλούμενος «σοβαρά προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών». Παρά την αρχική απειλή για 15%, οι δασμοί τέθηκαν τελικά σε ισχύ στο 10% στις 24 Φεβρουαρίου 2026, καθώς δεν είχε εκδοθεί επίσημο διάταγμα για το υψηλότερο ποσοστό μέχρι την ώρα έναρξης της εφαρμογής τους.
Η ασάφεια στη δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ αλλά και τα πιθανά αντίμετρα της ΕΕ προκαλούν ήδη νευρικότητα στις αγορές. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι ένας οριζόντιος δασμός 10% θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά 1%, με τη Γερμανία να δέχεται το ισχυρότερο πλήγμα λόγω της εξάρτησής της από τις εξαγωγές. Στο τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, η Γερμανία και η Ιταλία απειλούνται άμεσα, καθώς οι ΗΠΑ είναι ο κύριος προορισμός για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Οι αναλυτές της Deutsche Bank προειδοποιούν για σημαντική κάμψη στην παραγωγή και πιθανή απώλεια θέσεων εργασίας. Αν και η πρώτη αντίδραση των Βρυξελλών ήταν συγκρατημένη, η ΕΕ προετοιμάζει ήδη λίστες με αντίποινα (retaliatory tariffs) σε εμβληματικά αμερικανικά προϊόντα, όπως οι μοτοσικλέτες Harley-Davidson, το μπέρμπον και τα προϊόντα τεχνολογίας, ακολουθώντας τη στρατηγική που εφάρμοσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2018. Παράλληλα, οι Βρυξέλλες εξετάζουν προσφυγή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΥ), καθώς θεωρούν ότι η χρήση του «Άρθρου 122» από τον Τραμπ για την επιβολή δασμών στερείται νομικής βάσης
Επιπλέον, η νέα ανακοίνωση δασμών του Τραμπ έχει προκαλέσει τριγμούς στις ενεργειακές σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, οι οποίες μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν τον κεντρικό πυλώνα της εμπορικής τους συμφωνίας. Η Κομισιόν αποφάσισε στις 23 Φεβρουαρίου 2026 να αναστείλει τη διαδικασία επικύρωσης της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε ότι η ΕΕ θα αγόραζε αμερικανική ενέργειας αξίας 250 δις δολλαρίων ετησίως (πετρέλαιο, LNG και πυρηνική τεχνολογία) για τα επόμενα τρία χρόνια. Εντούτοις, το επίσημο διάταγμα του Τραμπ για τον οριζόντιο δασμό 10% εξαιρεί ρητά την ενέργεια, τα κρίσιμα ορυκτά και τα λιπάσματα. Η κίνηση αυτή στοχεύει στην προστασία των Αμερικανών παραγωγών ενέργειας και στη διατήρηση των εξαγωγών LNG, που αποτελούν το ισχυρότερο «χαρτί» της Ουάσινγκτον.
Όσον αφορά την Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ένας οριζόντιος δασμός 10% μπορεί να μειώσει τις ελληνικές εξαγωγές κατά 1,7% και το ΑΕΠ της χώρας κατά 0,4% έως το τέλος του 2026. Την ίδια ώρα, σε κατάσταση επιφυλακής βρίσκονται οι Έλληνες εξαγωγείς τροφίμων και βιομηχανικών προϊόντων.Ο κλάδος που αναμένεται να πληγεί περισσότερο είναι των τροφίμων και των ποτών, καθώς αποτελούν τον μεγαλύτερο όγκο εξαγωγών προς τις ΗΠΑ (30,6%), με προϊόντα όπως το ελαιόλαδο και τα παρασκευάσματα λαχανικών να δέχονται πιέσεις. Επιπλέον, κλάδοι όπως οι σωλήνες σιδήρου/χάλυβα και τα δομικά υλικά (π.χ. τσιμέντο) έχουν ήδη σημειώσει σημαντικές διακυμάνσεις λόγω των προηγούμενων δασμολογικών αλλαγών. Η UBS επισημαίνει ότι το 60%-75% των ελληνικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ εμπίπτει στις κατηγορίες που επηρεάζονται από τους δασμούς, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην περιοχή EMEA (Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Αφρική). Παρά τις πιέσεις, ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ) διατηρεί μια στάση «συγκρατημένης αισιοδοξίας», εκτιμώντας ότι η ελληνική οικονομία δεν θα υποστεί κλονισμό, καθώς οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ παραμένουν ένα μικρό μέρος της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας.
Η συνάντηση Τραμπ-Σι
Άμεση ήταν η αντίδραση της Κίνας, η οποία ουσιαστικά σήκωσε το γάντι, αφήνοντας ωστόσο ανοικτό ένα παράθυρο για συμφωνία με τις ΗΠΑ. Το κινεζικό Υπουργείο Εμπορίου χαρακτήρισε τα νέα μέτρα «μονομερή» και «παράνομα», προειδοποιώντας ότι οι εμπορικές εντάσεις μπορεί να εξελιχθούν σε παγκόσμια κρίση. Χθες , η Κίνα ανακοίνωσε την επιβολή δασμού 34% σε αμερικανικές εισαγωγές (με ισχύ από 10 Απριλίου), προσέθεσε 11 αμερικανικές εταιρείες στη λίστα «αναξιόπιστων οντοτήτων» και επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών (όπως γαδολίνιο και σαμάριο) και άλλων μετάλλων (βολφράμιο), που είναι απαραίτητα για την αμερικανική υψηλή τεχνολογία.
Η ανακοίνωση έγινε λίγο πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση Τραμπ-Σι (τέλη Μαρτίου), με το Πεκίνο να δηλώνει ότι θα αποφασίσει για περαιτέρω αντίμετρα «εν ευθέτω χρόνω». Η επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο (31 Μαρτίου - 2 Απριλίου 2026) θεωρείται ως σημείο καμπής για το μέλλον των δασμών. Ο Τραμπ συνηθίζει να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως διαπραγματευτικό χαρτί. Αν η Κίνα προσφέρει σημαντικές παραχωρήσεις —όπως τεράστιες αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων ή ενέργειας— ο Τραμπ ενδέχεται να ανακοινώσει μια προσωρινή αναστολή ή μείωση του οριζόντιου δασμού 10-15% ως κίνηση «καλής θέλησης». Το γεγονός ότι ο Τραμπ επέβαλε τους νέους δασμούς μέσω του Άρθρου 122 (λόγω της δικαστικής ήττας στο Ανώτατο Δικαστήριο), οι οποίοι έχουν αυτόματη λήξη μετά από 150 ημέρες (περίπου στα τέλη Ιουλίου 2026), δημιουργεί ένα στενό χρονικό παράθυρο για συμφωνία κατά την επίσκεψη. Αν ωστόσο ο Σι Τζινπίνγκ δεν υποχωρήσει στις απαιτήσεις του Τραμπ, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι δασμοί θα αυξηθούν από το 10% στο 15% ή και 20% αμέσως μετά την αναχώρηση του Τραμπ από το Πεκίνο, πυροδοτώντας έναν πλήρη εμπορικό πόλεμο το καλοκαίρι του 2026.