Τα υπεράκτια οικόπεδα νότια και δυτικά της Κρήτης, όπως και αυτά του νότιου Ιονίου, δομήθηκαν και αξιολογήθηκαν από την ΕΔΕΥ, Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων, σήμερα ΕΔΕΥΕΠ, ως ενιαίο γεωλογικό σύστημα. Το έργο αυτό πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2017 και 2019, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επένδυσε σημαντικά στην ανασυγκρότηση της 

 

αρμόδιας αρχής, στον εκσυγχρονισμό του ρυθμιστικού πλαισίου και στην προβολή του γεωλογικού της δυναμικού σε διεθνείς εταιρείες και θεσμούς. Οι προσπάθειες αυτές δημιούργησαν το τεχνικό και νομικό υπόβαθρο που επιτρέπει σήμερα την πρόοδο των ερευνών, και αναδεικνύουν την ανάγκη θωράκισης των αποφάσεων από πολιτικές πιέσεις που συχνά τις εκτρέπουν.

Η υπεράκτια ιστορία της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από κύκλους ενθουσιασμού και αδράνειας. Οι πρώτες γεωτρήσεις στο Ιόνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 δημιούργησαν προσδοκίες που δεν συνεχίστηκαν. Η δεκαετία του 1990 έφερε νέο ενδιαφέρον, αλλά η διοικητική κατακερματισμένη δομή και οι περιφερειακές εντάσεις εμπόδισαν τη συνέχεια. Ακόμη και μετά τις μεγάλες ανακαλύψεις φυσικού αερίου σε Ισραήλ, Κύπρο και Αίγυπτο μετά το 2010, η Ελλάδα παρέμεινε επιφυλακτική, συχνά προτάσσοντας διπλωματικές ισορροπίες έναντι γεωλογικών ευκαιριών.

Εταιρικές Αποχωρήσεις, Πράσινη Στροφή και Παγκόσμια Επενδυτική Λογική

Καθοριστική στιγμή ήταν το 2021, όταν η TotalEnergies αποχώρησε από τα υπεράκτια οικόπεδα δυτικά της Κρήτης και στο Ιόνιο, ακολουθούμενη σύντομα από τη Repsol. Οι αποφάσεις αυτές αντανακλούσαν στρατηγική χαρτοφυλακίου, όχι ελληνική γεωλογία. Οι διεθνείς εταιρείες ενέργειας λειτουργούν με έναν απλό κανόνα, πρέπει να αντικαθιστούν τα μόρια που πωλούν. Όταν μια λεκάνη δεν εξυπηρετεί πλέον αυτή τη στρατηγική αντικατάστασης, εγκαταλείπεται. Η ίδια λογική εξηγεί γιατί η Chevron και η ExxonMobil ενισχύουν τις θέσεις τους στη Βόρεια Αφρική, όπου η γεωλογική ωριμότητα, οι υφιστάμενες υποδομές και η πολιτική ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές προτεραιότητες ενεργειακής ασφάλειας δημιουργούν πιο προβλέψιμο περιβάλλον. Οι δεσμεύσεις της Chevron στη Λιβύη, με πολυετή προγράμματα αναβάθμισης ώριμων πεδίων και νέες πρωτοβουλίες αξιοποίησης αερίου, ανέρχονται σε πολυ‑δισεκατομμύρια, ενώ οι επενδύσεις της ExxonMobil στην Αλγερία, επικεντρωμένες στη βελτιστοποίηση της παραγωγής φυσικού αερίου και σε υποδομές LNG, κινούνται επίσης σε πολυ‑δισεκατομμυριακή κλίμακα. Αυτά τα μεγέθη δείχνουν την κλίμακα στην οποία λειτουργούν οι μεγάλες εταιρείες όταν η ωριμότητα της λεκάνης και η πολιτική σαφήνεια συμπίπτουν.

Τον ίδιο καιρό, η Ελλάδα υιοθέτησε μια έντονα πράσινη πολιτική κατεύθυνση, την οποία υιοθέτησε και η ΕΔΕΥΕΠ. Ο συνδυασμός εταιρικών αποχωρήσεων και πολιτικής αναπροσαρμογής οδήγησε σε γενικευμένη επιβράδυνση των υπεράκτιων δραστηριοτήτων και σχεδόν πλήρη αναστολή των χερσαίων ερευνών. Ωστόσο, αυτή η περίοδος συρρίκνωσης ανέδειξε και ποιες λεκάνες διατηρούσαν πραγματικό διεθνές ενδιαφέρον.

Ανανέωση Διεθνούς Ενδιαφέροντος και η Φύση της Έρευνας Υψηλού ‑ Ρίσκου

Η συμμετοχή ακόμη μίας μεγάλης διεθνούς εταιρείας δίπλα στους ελληνικούς φορείς επιβεβαιώνει ότι τα βαθιά νερά της Ελλάδας εξακολουθούν να προσελκύουν σοβαρό ενδιαφέρον. Η ανανεωμένη αυτή εμπλοκή δεν προέκυψε τυχαία, αντανακλά το σταθερό γεωλογικό σήμα της λεκάνης του Ηροδότου και την αξιοπιστία του ελληνικού ρυθμιστικού πλαισίου. Η συμμετοχή σε αυτό το στάδιο δεν αποτελεί εγγύηση μελλοντικής παραγωγής, δείχνει όμως ότι τα δεδομένα δικαιολογούν τα όρια ρίσκου που απαιτεί η υψηλού ‑ ρίσκου έρευνα. Οι διεθνείς εταιρείες δεν δεσμεύουν κεφάλαια από συναίσθημα, αλλά όταν το υπέδαφος, η διακυβέρνηση και το περιφερειακό περιβάλλον ευθυγραμμίζονται.

Πρέπει πάντα να διατηρείται σαφής διάκριση μεταξύ έρευνας και παραγωγής. Η έρευνα μειώνει την αβεβαιότητα, δεν προδικάζει εξόρυξη ούτε δικαιολογεί πρόωρες αφηγήσεις περί μελλοντικών εσόδων. Η σύγχυση των δύο δημιουργεί μη ρεαλιστικές προσδοκίες και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού. Μια υπεύθυνη εθνική στρατηγική πρέπει να βασίζεται στα δεδομένα, όχι στις επιθυμίες. Η έρευνα παράγει γνώση, η γνώση διαμορφώνει πολιτική, και η πολιτική πρέπει να παραμένει προσαρμόσιμη στις εθνικές προτεραιότητες και στο ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Γεωπολιτικές Ανακατατάξεις και το Νέο Διατλαντικό Πλαίσιο

Η ανανεωμένη αυτή δυναμική ενισχύθηκε και από ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Χωρίς την αλλαγή διακυβέρνησης στις Ηνωμένες Πολιτείες και την επακόλουθη ευθυγράμμιση της Ευρώπης με τις αμερικανικές προτεραιότητες ενεργειακής ασφάλειας, είναι αμφίβολο αν αυτή η εξέλιξη θα είχε την ίδια ένταση. Η νέα αμερικανική διοίκηση επανάφερε ένα συνεκτικό διατλαντικό πλαίσιο που έθεσε τη διαφοροποίηση, την επέκταση των διαδρόμων LNG και τις εταιρικές σχέσεις με τη Βόρεια Αφρική στο επίκεντρο του δυτικού ενεργειακού σχεδιασμού. Η Ευρώπη, αντιμετωπίζοντας τις δικές της ευπάθειες εφοδιασμού, υιοθέτησε αυτές τις προτεραιότητες με ασυνήθιστη ταχύτητα και συνέπεια. Ορισμένες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης εξέφρασαν επιφυλάξεις για την κλίμακα του Ελληνικού Διαδρόμου, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέτασε αρχικά με προσοχή το μέγεθος των απαιτούμενων επενδύσεων, όμως οι ανησυχίες αυτές, αν και οικονομικά βάσιμες, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό διαχειρίσιμες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική υπεράκτια ατζέντα μπορούσε πλέον να ιδωθεί όχι ως περιφερειακή εθνική πρωτοβουλία, αλλά ως αναπόσπαστο τμήμα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής περιφερειακής ασφάλειας υπό αμερικανική αιγίδα. Η διατλαντική έμφαση στην ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού, στις εναλλακτικές διαδρομές φυσικού αερίου και στο στρατηγικό βάθος της Ανατολικής Μεσογείου δημιούργησε τον πολιτικό χώρο και την θεσμική αυτοπεποίθηση που απαιτούνταν για να επανεμφανιστεί η ελληνική υπεράκτια προσπάθεια με νέα επείγουσα δυναμική. Για μία φορά, αιτία και αποτέλεσμα ευθυγραμμίζονται με καθαρότητα.

Μια Νέα Φάση Στρατηγικής Πειθαρχίας

Παρότι η Ελλάδα επιτάχυνε την πράσινη μετάβαση μετά το 2020, οι υπεράκτιες έρευνες μπορούν ακόμη να προσφέρουν ευκαιρίες για ανάπτυξη φυσικού αερίου και πετρελαίου. Παράγουν επίσης τη γεωλογική γνώση που απαιτείται για μελλοντικές αποφάσεις υποδομών, είτε πρόκειται για αγωγούς, ηλεκτρικές διασυνδέσεις ή θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Τελικά, η ενεργοποίηση των περιοχών νότια της Κρήτης σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης, που επιτρέπει στην Ελλάδα να προσεγγίσει τους υπεράκτιους πόρους της με συνέχεια, ρεαλισμό και στρατηγική πειθαρχία. Σε αυτό το στάδιο, περαιτέρω καθυστερήσεις θα ήταν ασύμβατες με τις στρατηγικές ανάγκες της χώρας και με το ταχέως εξελισσόμενο περιφερειακό ενεργειακό περιβάλλον.

 

*Ενεργειακός αναλυτής και τέως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ).

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr