Η εικόνα της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας τις τελευταίες εβδομάδες αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη μετάβαση του συστήματος σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο. Η αυξημένη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), σε συνδυασμό με την ενισχυμένη υδροηλεκτρική παραγωγή λόγω των βροχοπτώσεων, πιέζει τις τιμές προς τα κάτω, δημιουργώντας ωστόσο νέες προκλήσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της υπερπροσφοράς. Τον Φεβρουάριο (έως σήμερα), η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται στα 97,85 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο αισθητά 

 

χαμηλότερο σε σχέση με τα συνήθη για την εποχή δεδομένα. Σε επιμέρους ημέρες, μάλιστα, οι διακυμάνσεις ήταν έντονες: καταγράφηκαν πολλές ώρες όπου η τιμή μηδενίστηκε πλήρως κυρίως κατά τις πρωινές και μεσημβρινές ζώνες του Σαββατοκύριακου όταν η ζήτηση υποχωρεί και η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά παραμένει υψηλή. Για παράδειγμα την περασμένη Κυριακή  μηδενικές τιμές καταγράφηκαν από τις 3 τα ξημερώματα έως τις 7 το πρωί και από τις 10 το πρωί έως τις 5 το απόγευμα.Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά επαναλαμβανόμενη τάση.

Στο ενεργειακό μείγμα, οι ΑΠΕ πλησίασαν χθες το 49% της συνολικής κάλυψης, ενώ τα μεγάλα υδροηλεκτρικά συνέβαλαν με ποσοστό άνω του 20%, αξιοποιώντας τα αυξημένα αποθέματα νερού στους ταμιευτήρες. Αντίθετα, το φυσικό αέριο περιορίστηκε περίπου στο ένα πέμπτο της παραγωγής, με τον λιγνίτη να διατηρεί οριακή συμμετοχή. Όσον αφορά στις διασυνοριακές ροές, οι εξαγωγές κινήθηκαν σε υψηλά επίπεδα (23,53%), απορροφώντας μέρος της πλεονάζουσας ενέργειας.

Η εξέλιξη αυτή, αν και ευνοϊκή για το κόστος χονδρικής, αναδεικνύει τα όρια του συστήματος. Οι μηδενικές –ακόμη και αρνητικές– τιμές αποτελούν ένδειξη ότι η παραγωγή ξεπερνά τη ζήτηση σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Χωρίς επαρκείς υποδομές αποθήκευσης, σημαντικές ποσότητες πράσινης ενέργειας αναγκάζονται να περικόπτονται. Το προηγούμενο έτος καταγράφηκε ιστορικό υψηλό τόσο στη συμμετοχή των ΑΠΕ στην κάλυψη της ζήτησης όσο και στις περικοπές παραγωγής, οι οποίες ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Συνολικά έφθασαν τις 1.867 GWh (6,6% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ), ποσότητα υπερδιπλάσια από το 2024 (899 GWh). Σχετικά με τις ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές στην χονδρεμπορική αγορά ενέργειας,  οι μηδενικές τιμές πέρυσι έφτασαν τις 483 ώρες, αριθμός υπερδιπλάσιος από τις αντίστοιχες ώρες για το 2024 (186 ώρες).

Η καθυστέρηση στην πλήρη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης –ιδίως έργων μπαταριών– εντείνει την ανησυχία της αγοράς. Οι μονάδες αυτές θα μπορούσαν να απορροφούν την περίσσεια ενέργειας κατά τις ώρες χαμηλής ζήτησης και να την επαναδιοχετεύουν όταν οι ανάγκες αυξάνονται, περιορίζοντας τόσο τις περικοπές όσο και την ακραία μεταβλητότητα των τιμών. Μέχρι να τεθούν σε ευρεία λειτουργία, το φαινόμενο των μηδενικών τιμών εκτιμάται ότι θα επαναλαμβάνεται με μεγαλύτερη συχνότητα, ιδίως σε περιόδους υψηλής ηλιοφάνειας ή έντονων ανέμων.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα διαφοροποιείται. Αγορές με ισχυρή πυρηνική ή υδροηλεκτρική βάση εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα τιμών, ενώ σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης παρατηρούνται υψηλότερες διακυμάνσεις. Η Ιβηρική Χερσόνησος, με πολύ μεγάλη διείσδυση ΑΠΕ, καταγράφει από τις χαμηλότερες τιμές, επιβεβαιώνοντας ότι η αυξημένη πράσινη παραγωγή συμπιέζει το κόστος, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί ευέλικτες υποδομές και διασυνδέσεις.

Η ελληνική αγορά βρίσκεται, επομένως, σε μια μεταβατική φάση: από τη μία πλευρά απολαμβάνει τα οφέλη της φθηνότερης καθαρής ενέργειας, από την άλλη όμως καλείται να επιταχύνει επενδύσεις σε αποθήκευση και δίκτυα. Η ισορροπία μεταξύ υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ και ασφάλειας εφοδιασμού θα καθορίσει την πορεία των τιμών και τη βιωσιμότητα της ενεργειακής μετάβασης τα επόμενα χρόνια.

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr