Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Μ. Χριστοδουλάκης, αναφέρθηκε στην αύξηση των τιμολογίων ύδρευσης της ΕΥΔΑΠ, από 0,98 ευρώ ανά κυβικό, σε 1,30 ευρώ - δηλαδή αύξηση 32% - σύμφωνα με την απόφαση της ΡΑΑΕΥ στα τιμολόγια για τους δήμους. «Οι δήμοι καταναλώνουν νερό για σχολεία, ΚΑΠΗ, για παιδικούς σταθμούς, δημοτικά ιατρεία, για το πράσινό τους και τις δραστηριότητες που συνδέονται με τον αθλητισμό. Μιλάμε για κρίσιμους τομείς του κοινωνικού κράτους», είπε ο βουλευτής και τόνισε ότι η απόφαση αυτή έρχεται να προστεθεί στο αυξημένο κόστος ενέργειας, το τέλος ταφής για τα σκουπίδια, την ίδια ώρα που οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι είναι περιορισμένοι. «Αυτά οδηγούν σε οικονομική ασφυξία τους δήμους και οι επιλογές είναι δύο. Είτε οι δήμοι θα μετακυλίσουν το οικονομικό βάρος στους δημότες, είτε θα κάνουν περικοπές στις παροχές και υπηρεσίες τους και στο κοινωνικό κράτος», είπε ο κ. Χριστοδουλάκης. Πλέον, η τιμολόγηση του νερού γίνεται με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και με πρόβλεψη υποχρεωτικής ανάκτησης κόστους και εγγυημένης απόδοσης των επενδύσεων και κεφαλαίων, πρόσθεσε.
«Τα τιμολόγια για τις χρεώσεις δεν είχαν αυξηθεί από την ΕΥΔΑΠ, από το 2008. 'Αρα είχαμε 17 με 18 χρόνια που δεν υπήρχε καμία αύξηση στις χρεώσεις γι΄αυτό το σημαντικό αγαθό», είπε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος. Παράλληλα επισήμανε ότι η Αττική αντιμετωπίζει πολύ σημαντικά προβλήματα με τα αποθέματα των υδάτων και ότι η ΕΥΔΑΠ έχει ένα σημαντικό επενδυτικό πρόγραμμα 2,5 δισ. ευρώ, προκειμένου να αντικαταστήσει τους αγωγούς, να μειώσει τις διαρροές, για την ψηφιακή παρακολούθηση των συστημάτων. «Για να καλύψουμε τις πολύ σημαντικές επενδυτικές ανάγκες και επειδή εδώ και 17, 18 χρόνια δεν υπήρχε καμία αύξηση στις χρεώσεις, έπρεπε να κάνουμε μια προσαρμογή των τιμολογίων», είπε ο κ. Τσάφος και πρόσθεσε: "Πετύχαμε για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, μείωση του παγίου, για τους περισσότερους οικιακούς καταναλωτές υπήρξε μια αύξηση στο πάγιο. Όμως και μετά από αυτή την αύξηση, η Αθήνα έχει τη χαμηλότερη τιμή σε σχέση με όλες τις άλλες πρωτεύουσες της ΕΕ».
Οι δήμοι έχουν πράγματι ανάγκες και πολλές φορές είναι σημαντικοί καταναλωτές, είπε ο κ. Τσάφος. Σημείωσε ωστόσο, ότι είναι σημαντικό, όπως γίνεται και με τις άλλες ομάδες, όπως γίνεται και με τους οικιακούς καταναλωτές, να σταλεί το μήνυμα για τη βέλτιστη χρήση νερού. «Στην Αθήνα ειδικά, έχουμε μια πολύ δύσκολη κατάσταση, η οποία επιδεινώνεται από την κλιματική αλλαγή. Πρέπει να γίνουν πολύ σημαντικές επενδύσεις για να θωρακίσουμε την Αττική και παράλληλα να κάνουμε αυτή την αύξηση με τρόπο λελογισμένο, όπως έγινε και με τα οικιακά νοικοκυριά, που ακόμη και μετά από αυτή την αύξηση, έχουμε τη χαμηλότερη χρέωση σε όλη την Ευρώπη» είπε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
«Το φαινόμενο της λειψυδρίας και των περιορισμένων υδατικών αποθεμάτων στη χώρα μας, προφανώς και έχει μια σταδιακή κλιμάκωση τα τελευταία χρόνια. Το πρόβλημα είναι ότι παρά τη σταδιακή κλιμάκωση, άρα και τη δυνατότητα πρόβλεψης του ζητήματος, το υπουργείο θυμήθηκε στις 30 Οκτωβρίου να ανακοινώσει μεγάλα έργα 2,5 δισεκατομμυρίων για τη λειψυδρία», σχολίασε ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Μανώλης Χριστοδουλάκης, και παρατήρησε: «Το μεγαλύτερο κομμάτι των έργων έπρεπε να αφορά πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ή τουλάχιστον του ΕΣΠΑ, ή τουλάχιστον του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Καθυστερήσατε πάρα πολύ. Από τα 2,5 δισεκατομμύρια στο Ταμείο Ανάκαμψης έχετε προλάβει να ενσωματώσετε, αν δεν κάνω λάθος, μόνο 300 εκατομμύρια. 'Αρα, υπάρχει ευθύνη για το γεγονός ότι το κόστος για τα έργα αυτά τελικά μετακυλίεται στους δήμους και πιθανώς να μετακυλιθεί και μέσω των δημοτικών τελών και στους πολίτες».
«Ναι, μπορεί να πει κάποιος ότι η λειψυδρία είναι διαχρονικό πρόβλημα και, ναι, η αλήθεια είναι ότι σχεδόν κανένα πρόβλημα δεν υφίσταται μόνο όταν πατήσουμε ένα κουμπί, όλα έχουν έναν χρονικό ορίζοντα. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι υπήρξε μια πολύ σημαντική επιδείνωση στα υδατικά αποθέματα τα τελευταία δύο χρόνια, η οποία μας οδήγησε στο να πάρουμε πολύ πιο σημαντικά και δραστικά μέτρα, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα», απάντησε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας και πρόσθεσε: «Θεωρούμε όμως, ότι χρειάζεται αυτή η αύξηση στις χρεώσεις για να μπορέσουμε να επενδύσουμε στο δίκτυο. Και κάναμε αυτές τις χρεώσεις με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε να προστατεύσουμε τους περισσότερους οικιακούς καταναλωτές και φυσικά να προστατεύσουμε τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. ‘Εχουμε πολύ καλή ποιότητα, σε χαμηλότερη τιμή από ό,τι έχουν όλες οι άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης».