ενεργειακή κατεύθυνση της χώρας. Αλλά η υπογραφή αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως επιτυχία. Με επτά χρόνια καθυστέρηση ξεκινά ένα πρόγραμμα ενεργειακής αυτάρκειας της χώρας.
Είναι κυρίως ένα δείγμα των χρόνιων στρατηγικών λαθών, της ιδεοληπτικής εμμονής σε «πράσινη» ατζέντα χωρίς σχέδιο και της έλλειψης συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής στην ενέργεια.
Από την «πράσινη ατζέντα» στην οπισθοχώρηση
Όταν η κυβέρνηση ανέλαβε το 2019, όπως υπενθύμισε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, «το πρόγραμμα έρευνας δεν είχε τη δυναμική που απαιτούνταν». Σε αυτή τη διαπίστωση πολλοί θα συμφωνήσουν - αρκεί να θυμηθούν τις δηλώσεις του τότε υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια ότι «δεν μας ενδιαφέρουν οι εξορύξεις γιατί θα κάνουμε τα πάντα με πράσινη ενέργεια».
Αυτή η εμμονή στην «πράσινη αντζέντα» - χωρίς την παράλληλη επεξεργασία ενός ρεαλιστικού ενεργειακού σχεδίου - αποπροσανατόλισε διεθνείς επενδυτές και κρατικούς φορείς. Εκείνοι που παρακολουθούν ενεργειακές εξελίξεις αντιλαμβάνονται ότι τα συμφέροντα που κινούν τα νήματα στην ενεργειακή αγορά δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατα «πράσινα»· επενδύουν σε ΑΠΕ, αλλά διατηρούν τεράστιο οικονομικό και γεωπολιτικό ενδιαφέρον για ορυκτά καύσιμα.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, επικεντρωμένη στην προώθηση φωτοβολταϊκών και αιολικών, εξυπηρετώντας τα εγχώρια καρτέλ ενέργειας, άφησε να περάσουν πολλά κρίσιμα χρόνια χωρίς να αξιοποιηθεί ο ενεργειακός πλούτος που ήδη υπήρχε στον ελληνικό βυθό.
Η στροφή που επήλθε μόνο μετά την αλλαγή των διεθνών συσχετισμών
Η πραγματική στροφή στην πολιτική για τους υδρογονάνθρακες ήρθε όταν αλλάξαν οι διεθνείς ισορροπίες, κυρίως με την επιστροφή Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ και τη νέα, πιο ενεργειακή ατζέντα που έφερε μαζί του - βασισμένη στην παραδοσιακή «drill baby drill» λογική.
Τότε, σχεδόν αναγκαστικά, η ελληνική κυβέρνηση άρχισε να μιλά ανοικτά για γεωτρήσεις και φυσικό αέριο, για αξιοποίηση του LNG και για ενεργειακή ασφάλεια. Αυτή η στροφή δεν ήταν αποτέλεσμα δικής της στρατηγικής επιλογής, αλλά απότοκο των πιέσεων και των συμφερόντων των ισχυρότερων παικτών - κυρίως των ΗΠΑ και των μεγάλων εταιρειών ενέργειας.
Το παρασκήνιο του καθυστερημένου ξεκινήματος
Αν και τώρα διακηρύσσει ότι «άλλαξε την κατάσταση», η ελληνική κυβερνητική αφήγηση παραβλέπει την πραγματικότητα: πέρασαν σχεδόν επτά κρίσιμα χρόνια πριν δεχθεί η Ελλάδα να εκμεταλλευθεί τον ενεργειακό πλούτο της. Το γεγονός ότι σήμερα υπογράφονται συμβάσεις με την Chevron για τέσσερα blocks - «South Peloponnese», «A2», «South Crete I» και «South Crete II» - δεν πρέπει να μας θολώνει: η διαδικασία ξεκίνησε ουσιαστικά με καθυστέρηση και κάτω από την πίεση των εξελίξεων στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά.
Το χρονοδιάγραμμα που τώρα τίθεται για τα πιο ώριμα οικόπεδα δείχνει επίσης πόσο πολύ έχει «προλάβει» να χαθεί χρόνος:
- 2025: Ανοίγει διεθνής διαγωνισμός (που το ζήτησε η ίδια η Chevron στο υπνώττον υπουργείο!) για τέσσερα θαλάσσια blocks νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, με την Chevron - HELLENiQ Energy να γίνεται ο μοναδικός συμμετέχων και μέλος του κοινοπρακτικού σχήματος.
- 16 Φεβρουαρίου 2026: Υπογράφονται οι συμβάσεις παραχώρησης που δίνουν δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης, με τα έγγραφα να κατατίθενται άμεσα στη Βουλή για κύρωση.
- Β΄ εξάμηνο 2026: Αναμένεται η ολοκλήρωση της Περιβαλλοντικής Μελέτης και η έναρξη των σεισμικών ερευνών.
- Τέλη 2026 - αρχές 2027: Εκτιμάται ότι μπορούν να ξεκινήσουν οι πρώτες ουσιαστικές σεισμικές έρευνες.
Σε σχέση με το Ιόνιο, σημαντικό οικόπεδο που θεωρείται από τα πιο ώριμα, ήδη έχουν υπάρξει συμφωνίες με άλλες εταιρείες (π.χ. Exxon Mobil - Energean - HELLENiQ για Block 2), αλλά και αυτές κινούνται με σχέδιο που ξεκίνησε νωρίτερα - όχι από την πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης.
Η πραγματικότητα πίσω από τα λεγόμενα
Ο πρωθυπουργός σήμερα δήλωσε ότι όταν ανέλαβε «δεν υπήρχε αποφασιστικότητα» στο πρόγραμμα υδρογονανθράκων. Αυτή η δήλωση όμως ξεχνά σκόπιμα τις κυβερνητικές επιλογές και δημόσιες δηλώσεις από το 2019 και μετά, που ουσιαστικά επικεντρώθηκαν σε μια ιδεολογικά μονολιθική ατζέντα ΑΠΕ, χωρίς να εξάγεται παράλληλο στρατηγικό όραμα για τα ορυκτά καύσιμα, τη στιγμή μάλιστα που το φυσικό αέριο είναι το καύσιμο μετάβασης μέχρι το 2050.
Η Ελλάδα τώρα μιλά για ενεργειακή «ανεξαρτησία» και «γεωστρατηγική ενδυνάμωση». Ωστόσο, τα οφέλη αυτής της νέας περιόδου θα μπορούσαν να έχουν καρποφορήσει πολύ νωρίτερα, αν:
- η πολιτική ήταν πιο ρεαλιστική και λιγότερο ιδεολογική,
- οι διεθνείς επενδυτές είχαν μια ξεκάθαρη στρατηγική Ελλάδας από την αρχή,
- και η Ελλάδα δεν υποδεχόταν τις εξελίξεις υποχωρώντας στις πιέσεις των ισχυρών ενεργειακών συμφερόντων.
Η υπογραφή με την Chevron είναι θετική εξέλιξη - αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί - αλλά περισσότερο ως διορθωτική κίνηση μετά από χρόνια στρατηγικής αδράνειας, παρά ως καρπός μιας συνεπούς, δικής μας, ενεργειακής στρατηγικής επιλογής μπορεί να θεωρηθεί.
Ενεργειακή ασφάλεια: χαμένη επταετία και αναγκαστική αφύπνιση
Παράλληλα η κυβέρνηση Μητσοτάκη αγνοώντας επί χρόνια τους υδρογονάνθρακες και κλείνοντας πρότυπες περιβαλλοντικά μονάδες που κόστισαν δις (Πτολεμαΐδα 5), αγνοούσε και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, η οποία είναι πυλώνας εθνικής κυριαρχίας. Χώρες που διαθέτουν υδρογονάνθρακες και δεν τους αξιοποιούν, εξαρτώνται αναγκαστικά από τρίτους - είτε πρόκειται για αγορές LNG είτε για διακρατικές συμφωνίες φυσικού αερίου.
Η Ελλάδα, ενώ από τη δεκαετία του 2010 είχε ενδείξεις για σημαντικά κοιτάσματα νότια της Κρήτης και στο Ιόνιο, ουσιαστικά πάγωσε την αξιοποίησή τους. Το διάστημα 2019 - 2023 χαρακτηρίστηκε από μια μονοδιάστατη προβολή της «πράσινης μετάβασης», χωρίς παράλληλη διατήρηση της στρατηγικής εφεδρείας που προσφέρει η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων.
Η ενεργειακή κρίση του 2022 απέδειξε ότι η Ευρώπη - και η Ελλάδα μαζί - δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε εισαγόμενους πόρους. Το κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις ήταν τεράστιο. Αν η χώρα είχε προχωρήσει νωρίτερα σε σεισμικές έρευνες και γεωτρήσεις, σήμερα θα βρισκόταν σε εντελώς διαφορετική διαπραγματευτική θέση σε πολλά γεωπολιτικά επίπεδα, των εθνικών συμπεριλαμβανομένων.
Η συμφωνία με τη Chevron μπορεί να αποτελέσει βήμα προς την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, αλλά δεν παύει να είναι καθυστερημένη. Και αυτό έχει κόστος.
Η ελληνική αγορά ενέργειας: ολιγοπώλιο και στρεβλώσεις
Δεν μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για την ενεργειακή στρατηγική χωρίς αναφορά και στη δομή της εγχώριας αγοράς. Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί σε καθεστώς περιορισμένου ανταγωνισμού, όπου λίγοι μεγάλοι παίκτες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μερίδιο παραγωγής και προμήθειας και επιβάλουν τους όρους τους.
Η πρακτική της τιμολόγησης στη χονδρεμπορική αγορά, μέσω του μοντέλου της οριακής τιμής συστήματος, επιτρέπει σε παραγωγούς με χαμηλό κόστος (π.χ. ΑΠΕ) να πληρώνονται με βάση την ακριβότερη μονάδα που μπαίνει στο σύστημα. Αυτό το μοντέλο, σε περιόδους υψηλών τιμών φυσικού αερίου, οδήγησε σε υπερκέρδη και σε υπέρμετρη επιβάρυνση των καταναλωτών, καθώς πληρώνονται πολύ ακριβά τις φθηνά παραγόμενες κιλοβατώρες τους. Αυτό όμως ήταν και το σχέδιο του καρτέλ ενέργειας - κυβέρνησης.
Η κριτική που διατυπώνεται από πολλούς αναλυτές είναι ότι:
- Η ελληνική αγορά λειτουργεί ως ολιγοπώλιο.
- Οι τιμές διαμορφώνονται σε περιβάλλον περιορισμένου ανταγωνισμού.
- Η κρατική ρύθμιση δεν επαρκεί για να προστατεύσει αποτελεσματικά τον τελικό καταναλωτή.
Η συζήτηση περί «καρτέλ ενέργειας» εντάσσεται σε αυτή τη γενικότερη προβληματική. Είτε χρησιμοποιεί κανείς τον όρο «καρτέλ» είτε «ολιγοπωλιακή διάρθρωση», το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: οι τιμές στην Ελλάδα παραμένουν συστηματικά υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ακόμη και σε περιόδους αποκλιμάκωσης.
Η αξιοποίηση εγχώριων υδρογονανθράκων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης προς αυτή τη δομή. Εάν η χώρα αποκτήσει δική της παραγωγή φυσικού αερίου, η διαπραγματευτική ισχύς της αυξάνεται. Αντίθετα, όταν εξαρτάται αποκλειστικά από εισαγωγές, η εσωτερική αγορά γίνεται ακόμη πιο ευάλωτη. Σε κάθε περίπτωση όμως η απαιτούμενη ενεργειακή αναδιάρθρωση της χώρας είναι ένα ζήτημα που μόνο άλλες πολιτικές δυνάμεις, με προοδευτικό πρόσημο και υπέρ του λαϊκού παράγοντα μπορούν να επιτύχουν.
Η γεωπολιτική διάσταση: οι αμερικανικές εταιρείες και η περιφερειακή ισορροπία
Δεν πρέπει να αγνοείται ότι οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε Ελλάδα, Λιβύη και Τουρκία και στην ευρύτερη περιοχή. Η ενίσχυση του αποτυπώματός τους στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί ένα πλέγμα συμφερόντων που υπερβαίνει τα εθνικά πλαίσια.
Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι αν οι πρόσφατες συζητήσεις μεταξύ Μητσοτάκη – Ερντογάν περί περιφερειακής ενεργειακής συνεργασίας - με την Τουρκία - σχετίζονται με τον κοινό παρονομαστή των πολυεθνικών αμερικανικών εταιρειών. Η γεωπολιτική των υδρογονανθράκων δεν καθορίζεται μόνο από τα κράτη, αλλά και από τους εταιρικούς κολοσσούς που επενδύουν δισεκατομμύρια.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα οφείλει να διαθέτει σαφή εθνική στρατηγική και όχι να λειτουργεί απλώς ως χώρος επενδυτικής δραστηριότητας τρίτων.
Περιβάλλον: αναγκαία ισορροπία και αυστηρές πρόνοιες
Η αξιοποίηση υδρογονανθράκων δεν μπορεί να γίνει εις βάρος του περιβάλλοντος. Η Κρήτη, το Ιόνιο και η Πελοπόννησος διαθέτουν μοναδικά οικοσυστήματα, τουριστική δραστηριότητα και αλιευτικό πλούτο που δεν επιτρέπεται να τεθούν σε κίνδυνο.
Για να είναι βιώσιμη η επιλογή των γεωτρήσεων, απαιτούνται:
- Αυστηρές και διαφανείς Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
- Συνεχής ανεξάρτητη παρακολούθηση των δραστηριοτήτων.
- Υποχρεωτικά ταμεία αποκατάστασης σε περίπτωση ατυχήματος.
- Δημόσια πρόσβαση στα δεδομένα περιβαλλοντικής παρακολούθησης.
- Ενσωμάτωση των ερευνών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την κλιματική ουδετερότητα.
Η ενεργειακή ασφάλεια δεν αναιρεί την ανάγκη πράσινης μετάβασης. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία: ΑΠΕ και υδρογονάνθρακες μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να επηρεάζουν δυσμενώς τον παραγωγικό χώρο και το περιβάλλον. Ανάλογα με την αύξηση των ενεργειακών αναγκών της χώρας πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά την στρατηγική επιλογή των νέων υπερασφαλών μορφών παραγωγής ρεύματος από πυρηνική ενέργεια, όπως ήδη προωθούν η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Τσεχία και η Ουγγαρία. Πρέπει διατροφική και ενεργειακή αυτάρκεια να συμβαδίζουν.
Το στρατηγικό συμπέρασμα
Η σημερινή συμφωνία με τη Chevron αναβαθμίζει αντικειμενικά τη χώρα στο ενεργειακό πεδίο. Η πιθανή ανακάλυψη αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων θα καταστήσει την Ελλάδα περιφερειακό παίκτη και θα ενισχύσει τη γεωπολιτική της αξία.
Ωστόσο, η ουσία του ζητήματος δεν είναι αν η απόφαση είναι σωστή σήμερα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκαν επτά χρόνια, στον εν αποδρομή ευρισκόμενο κ. Μητσοτάκη, για να γίνει αντιληπτό ότι η ενεργειακή στρατηγική δεν μπορεί να αλλάζει με βάση τις ιδεολογικές τάσεις ή τις πιέσεις των ισχυρών συμφερόντων.
Η χώρα έχασε χρόνο. Και στην ενέργεια ο χρόνος μεταφράζεται σε γεωπολιτική ισχύ, επενδύσεις και διαπραγματευτικό βάρος.
Η Ελλάδα χρειάζεται:
- Σταθερή εθνική ενεργειακή στρατηγική δεκαετιών.
- Διαφάνεια στη λειτουργία της αγοράς.
- Ρυθμιστική θωράκιση απέναντι σε ολιγοπωλιακές πρακτικές.
- Περιβαλλοντική αυστηρότητα.
- Και πάνω απ’ όλα, συνέπεια.
Χωρίς αυτά, κάθε συμφωνία - ακόμη και με έναν κολοσσό όπως η Chevron - θα μοιάζει περισσότερο με διορθωτική κίνηση παρά με προϊόν μακροπρόθεσμου εθνικού σχεδιασμού.-
(*) Η Θεοδώρα Τζάκρη είναι βουλευτής Πέλλας, αντιπρόεδρος του Κινήματος Δημοκρατίας και αντιπρόεδρος των Ευρωπαίων Δημοκρατών.