oι καταναλωτές με "πράσινα", κυμαινόμενα τιμολόγια, οι καταναλωτές με "μπλε", σταθερά τιμολόγια, καθώς και όλοι όσοι ανήκουν στις υπόλοιπες εμπορικές κατηγορίες.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία της αγοράς, εκτιμάται ότι ποσοστό περίπου 65% – 70% των πελατών των μεγάλων προμηθευτών παραμένουν στα πράσινα τιμολόγια, ένα 20% – 25% έχουν επιλέξει τα μπλε τιμολόγια, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό κατανέμεται σε ειδικά ή επαγγελματικά προϊόντα.
Συνεπώς, από το όριο των 200.000 πελατών που ενεργοποιεί την υποχρέωση διάθεσης δυναμικού τιμολογίου, η συντριπτική πλειονότητα προέρχεται από καταναλωτές πράσινων και μπλε συμβολαίων, γεγονός που καθιστά το νέο πλαίσιο οριζόντιο και όχι περιορισμένο σε μια στενή κατηγορία πελατών.
Σημειώνουμε ότι τα νέα “πορτοκαλί”, δυναμικά τιμολόγια ξεκινούν να ισχύουν από την 1η Φεβρουαρίου για τις επιχειρήσεις και από 1ης Απριλίου για τους οικιακούς καταναλωτές.
Με τα "πορτοκαλί" τιμολόγια, για πρώτη φορά στη χώρα, η χρέωση θα συνδέεται άμεσα με τις τιμές της επόμενης ημέρας, κάτι που εξασφαλίζει δυνητικά χαμηλότερες τιμές και καλύτερη κατανομή φορτίου, ενώ θα ενισχύσει και την εξοικονόμηση ενέργειας. Ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει τους πελάτες για τις τιμές της επόμενης ημέρας έως τις 17:00, δηλαδή, δύο ώρες μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
Τα δυναμικά τιμολόγια ρεύματος προσαρμόζουν την τιμή της κιλοβατώρας σε ωριαία βάση, ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση στην αγορά ενέργειας, γεγονός που θα επιτρέπει στους καταναλωτές να μεταφέρουν την κατανάλωσή τους σε φθηνότερες ώρες, όπως λόγου χάρη, την περίοδο της ημέρας όταν η παραγωγή από ΑΠΕ είναι αυξημένη.
Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, τα δυναμικά τιμολόγια είναι προγράμματα ηλεκτρικής ενέργειας που αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές τιμές της αγοράς άμεσης παράδοσης, με κυμαινόμενη ωριαία χρέωση.
Αυτό σημαίνει ότι η τιμή του ρεύματος μπορεί να διαφέρει από ώρα σε ώρα, ο καταναλωτής γνωρίζει την τιμή της επόμενης ημέρας έως τις 17:00 της προηγούμενης και παρέχεται πλήρης ανάλυση χρεώσεων ανά ώρα, μέσω ψηφιακής εφαρμογής του προμηθευτή.
Ακόμη κομβικό στοιχείο της όλης διαδικασίας αποτελεί η εγκατάσταση των λεγόμενων ευφυών μετρητών, που καταγράφουν κατανάλωση ανά 60 λεπτά, καθώς χωρίς smart meter δεν μπορεί να υπογραφεί δυναμικό τιμολόγιο, ενώ οι καταναλωτές που θα κατέχουν έναν τέτοιο μετρητή, θα μπορούν να αιτηθούν να συνάψουν σύμβαση από κάθε προμηθευτή που διαθέτει περισσότερους από 200.000 πελάτες, δηλαδή από όλους τους μεγάλους παίκτες της αγοράς.
Όσον αφορά τα οφέλη που προκύπτουν από τα νέα δυναμικά τιμολόγια για τις επιχειρήσεις, μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστικό εργαλείο μείωσης του ενεργειακού κόστους, σε μια περίοδο όπου διατηρούνται οι συνθήκες μεταβλητότητας στην χονδρεμπορική αγορά.
Σε αντίθεση με τα "μπλε", ή τα "πράσινα" τιμολόγια, τα δυναμικά συνδέουν άμεσα την τελική τιμή με τις ενδοημερήσιες διακυμάνσεις της αγοράς, και έτσι μεταφέρουν τα μειωμένα κόστη απευθείας στον καταναλωτή.
Το βασικό τους πλεονέκτημα είναι ότι δίνουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα ενεργού διαχείρισης της κατανάλωσης. Όταν οι τιμές στη χονδρεμπορική είναι χαμηλές, όπως για παράδειγμα σε ώρες υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ, ή μειωμένης ζήτησης, το κόστος του ρεύματος μειώνεται αντίστοιχα.
Επιχειρήσεις με ευελιξία στη λειτουργία τους, όπως βιοτεχνίες, αποθήκες, ψυκτικοί θάλαμοι, logistics ή μεγάλα εμπορικά καταστήματα, μπορούν να μεταφέρουν τις ενεργοβόρες δραστηριότητές τους σε ώρες που επικρατούν φθηνότερες χρεώσεις, και με αυτό τον τρόπο να περιορίζουν αισθητά το μηνιαίο ενεργειακό κόστος τους.
Παράλληλα, τα δυναμικά τιμολόγια μπορούν να συμβάλουν στον καλύτερο ενεργειακό σχεδιασμό. Η παρακολούθηση των ωριαίων τιμών και της κατανάλωσης οδηγεί τις επιχειρήσεις σε πιο συνειδητές αποφάσεις, όπως οι επενδύσεις σε συστήματα διαχείρισης ενέργειας, αυτοματισμούς, αποθήκευση ή ακόμη και ιδιοπαραγωγή με φωτοβολταϊκά. Όσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα ελέγχου του φορτίου, τόσο μεγαλύτερο είναι και το όφελος που προκύπτει.
Τέλος, τα δυναμικά τιμολόγια μειώνουν έμμεσα το συνολικό ενεργειακό κόστος της οικονομίας. Όταν περισσότερες επιχειρήσεις, ιδίως όσες σήμερα έχουν συνάψει "πράσινα", ή "μπλε" συμβόλαια, αποφεύγουν τις ώρες αιχμής, περιορίζεται η ανάγκη ενεργοποίησης ακριβών μονάδων παραγωγής, γεγονός που συγκρατεί τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά και δημιουργεί θετικό αντίκτυπο σε ολόκληρο το σύστημα.