διαθέτουν τη δυναμικότητα να καλύψουν ολόκληρη την εγχώρια αγορά. Με την πυρηνική ενέργεια να θεωρείται η δικλείδα ασφαλείας για τα ευρωπαϊκά δίκτυα μετά την ολοκλήρωση της απανθρακοποίησης, οι κυβερνήσεις καλούνται να βρουν μία βιώσιμη εναλλακτική άμεσα.
Μπορεί ο δημόσιος διάλογος για τον ενεργειακό σχεδιασμό της ΕΕ μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία να έχει επικεντρωθεί στο φυσικό αέριο, ωστόσο υπάρχει ένας τομέας όπου η κυριαρχία της Ρωσίας θα μπορούσε να προκαλέσει εξίσου σοβαρά προβλήματα. Πρόκειται για την πυρηνική ενέργεια, και ειδικότερα τον εμπλουτισμό ουρανίου. Επί του παρόντος, η Ρωσία ελέγχει το 40% της παγκόσμιας αγοράς εμπλουτισμένου ουρανίου καθώς είναι η χώρα με την υψηλότερη ικανότητα επεξεργασίας του καυσίμου. Η κρατική Rosatom ελέγχει τις δύο μεγαλύτερες μονάδες εμπλουτισμού ουρανίου, στο Novouralsk και το Zelenogorsk, ενώ διαθέτει και δύο μικρότερες στο Angarsk και το Seversk. Η χώρα με τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα όσον αφορά την ικανότητα επεξεργασίας είναι η Κίνα με 17%.

Η δυναμικότητα παραγωγής εμπλουτισμένου ουρανίου ανά χώρα. Πηγή: Thunder Said Energy.
Η ισορροπία αυτή έχει αναγκάσει την ΕΕ να εισάγει το πυρηνικό καύσιμο από τη Ρωσία ακόμα και μετά το 2022, με το ποσοστό να κινείται γύρω στο 25%. Σε αντίθεση με άλλους κλάδους, η Ευρώπη έχει τις δικές της εταιρείες εμπλουτισμού ουρανίου, όπως τη γαλλική Orano και τη βρετανο-ολλανδική Urenco. Ευρύτερα, η Γαλλία ελέγχει το 12% της παγκόσμιας δυναμικότητας, η Ολλανδία το 8%, η Βρετανία το 7%, και η Γερμανία το 6%. Ωστόσο, τα ποσοστά αυτά είναι ανεπαρκή για να καλύψουν πλήρως τη ζήτηση επί ευρωπαϊκού εδάφους, ενώ η ανάπτυξη των πυρηνικών υποδομών κατά τις επόμενες δεκαετίες αναμένεται να πιέσει περαιτέρω την προσφορά επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Η Orano και η Urenco έχουν ανακοινώσει ότι θα επενδύσουν στην ανάπτυξη της παραγωγικής ικανότητάς τους μέχρι το τέλος της δεκαετίας, αν και προς το παρόν η επιπλέον προσφορά έχει ήδη αγοραστεί από τους Αμερικανούς καταναλωτές. Για τις ΗΠΑ, το ρολόι έχει ήδη αρχίσει να μετράει αντίστροφα καθώς η κυβέρνηση Μπάιντεν απαγόρευσε τις εισαγωγές ρωσικού ουρανίου το 2024, με τις τρέχουσες εξαιρέσεις να λήγουν το 2028. Η συγκυρία αυτή είναι ιδιαίτερα δυσχερής καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να πολλαπλασιάσει τις πυρηνικές μονάδες μεσοπρόθεσμα. Και παρόλο που έχει προσφέρει χρηματοδοτήσεις με στόχο την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής εμπλουτισμένου ουρανίου, η επάρκεια αυτών των δυνητικών προμηθειών είναι αβέβαιη.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η ΕΕ δεν έχει ακόμα απαγορεύσει τις εισαγωγές ρωσικού ουρανίου. Ο ένας λόγος είναι η απουσία μίας βιώσιμης εναλλακτικής. Ένα δεύτερο ζήτημα είναι η πολιτική διαμάχη μεταξύ των Βρυξελλών και των κυβερνήσεων που επιθυμούν να διατηρήσουν τις εμπορικές σχέσεις τους με τη Μόσχα. Η διαμάχη αυτή είχε κορυφωθεί με αφορμή την απαγόρευση των ρωσικών ορυκτών καυσίμων, μία απόφαση που εξόργισε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία. Εξάλλου, το ρωσικό ουράνιο είναι φθηνότερο και αυτό επιτρέπει στις χώρες που το εισάγουν να διατηρούν το ενεργειακό κόστος τους σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Και δεδομένου ότι αρκετοί αναλυτές προβλέπουν την άμεση λήξη του πολέμου στην Ουκρανία, η ανάγκη λήψης μίας ακόμα δύσκολης απόφασης δεν συνιστά προτεραιότητα για αρκετούς Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Από την πλευρά τους, Orano και Urenco ασκούν πιέσεις προς τις Βρυξέλλες για την απαγόρευση του ρωσικού ουρανίου, προτάσσοντας το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας, όταν το δυστύχημα στη Fukushima οδήγησε σε πολιτική και κοινωνική εναντίωση στην πυρηνική ενέργεια, αποτελεί ένα αρνητικό προηγούμενο και ως εκ τούτου διστάζουν να εγκρίνουν μεγάλες επενδύσεις χωρίς μία εγγυημένη ζήτηση από την αγορά. Βεβαίως, η ανάπτυξη της επεξεργασίας θα απαιτούσε και αύξηση της πρώτης ύλης, κάτι ιδιαίτερο δύσκολο για τις ευρωπαϊκές εταιρείες οι οποίες έχουν πλέον μειωμένη πρόσβαση σε μεγάλους παραγωγούς όπως το Καζακστάν και ο Νίγηρας.