Το πρώτο εμπόδιο για την ψήφιση του 20ου πακέτου κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας καλείται να ξεπεράσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την παρουσίασή του. Όπως αποκαλύπτουν διπλωματικές πηγές, η χθεσινή συνάντηση των πρέσβεων των 27 κρατών-μελών σχετικά με το πακέτο επικεντρώθηκε στις ενστάσεις που εξέφρασαν η Ελλάδα και η Μάλτα. Πιο συγκεκριμένα, οι δύο χώρες έθεσαν ερωτήματα σχετικά με την πρόταση της κατάργησης του ορίου τιμών για το ρωσικό πετρέλαιο που έχουν επιβάλει οι G7 με την απαγόρευση στις ναυτιλιακές υπηρεσίες για τα τάνκερ που μεταφέρουν το πετρέλαιο.
Υπενθυμίζεται πως από το 2022 οι G7 έχουν επιβάλει το ανώτατο όριο τιμών για το ρωσικό πετρέλαιο στα 60 δολάρια με στόχο να περιορίσουν τα κέρδη του Κρεμλίνου από τις εξαγωγές καυσίμων. Εντούτοις, το όριο αυτό έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αναποτελεσματικό καθώς οι τιμές του αργού βρίσκονταν σε πτωτική πορεία, ενώ οι Ρώσοι έμποροι προχωρούσαν σε μεγάλες εκπτώσεις ώστε να προσελκύσουν αγοραστές. Ως εκ τούτου, το ρωσικό αργό πωλούταν κάτω των 60 δολαρίων, κάτι που επέτρεπε σε πολλούς διαχειριστές τάνκερ να το μεταφέρουν χωρίς να υποστούν νομικές συνέπειες.
Ως εκ τούτου, η νέα πρόταση της Επιτροπής— η οποία θα χρειαστεί την έγκριση των G7 για να ενεργοποιηθεί— αντικαθιστά το όριο τιμών με την απαγόρευση των ναυτιλιακών υπηρεσιών. Στην πραγματικότητα, αυτό θα απαγόρευε στους διαχειριστές τάνκερ και στις ασφαλιστικές εταιρείες οποιαδήποτε σχέση με το ρωσικό πετρέλαιο, ουσιαστικά αποκόβοντας τους Ρώσους εξαγωγείς από ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του παγκόσμιο στόλου. Πέραν αυτών, το 20ο πακέτο περιλαμβάνει μία πρόταση για την επιβολή κυρώσεων κατά λιμανιών που φορτώνουν και εκφορτώνουν ρωσικό πετρέλαιο.
Με δεδομένο ότι Ελλάδα και Μάλτα είναι παραδοσιακά δύο ναυτικά κράτη και έχουν εξέχοντα ρόλο στη διεθνή ναυτιλία, οι ανησυχίες τους είναι μάλλον αναμενόμενες. Όπως ανέφεραν οι πηγές, Αθήνα και Βαλέτα εξέφρασαν ανησυχίες για τις επιπτώσεις αυτών των μέτρων τόσο στην ευρωπαϊκή ναυτιλία, όσο και στο ενεργειακό κόστος. Προς το παρόν, οι αμφιβολίες αυτές δεν έχουν κλιμακωθεί σε δημόσια διαμάχη με την Κομισιόν, κάτι που φαντάζει μάλλον απίθανο όταν αναλογιστεί κανείς την πάγια προσέγγιση των δύο χωρών στη διπλωματία.
Αξίζει, πάντως, να αναφερθεί πως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία δεν έχουν λάβει θέση σχετικά με την κατάργηση στο όριο τιμών. Η Ιαπωνία είχε ακολουθήσει το παράδειγμα της ΕΕ τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, μειώνοντας το όριο τιμών από τα 60 δολάρια στα 47 δολάρια. Ωστόσο, η Ιαπωνία είναι επίσης μία χώρα με μεγάλο εμπορικό στόλο, και μία απαγόρευση όπως αυτή που προτείνουν οι Βρυξέλλες θα δυσχέραινε ιδιαίτερα τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις της. Όσο για τις ΗΠΑ, η προσέγγιση της Ουάσιγκτον παραμένει απρόβλεπτη, με τον Λευκό Οίκο άλλοτε να υιοθετεί σκληρά μέτρα, και άλλοτε να εμφανίζεται πολύ ανεκτικός προς το Κρεμλίνο.