Η μακρόσυρτη διαδικασία και οι αλλαγές στοχεύσεων της κυβέρνησης δημιουργούν έντονο προβληματισμό στον κλάδο για το ένα και πότε θα τελεσφορήσει η όλη προσπάθεια κι αν η κυβέρνηση έχει την πολιτική βούληση να προχωρήσει σε δράσεις, όπως έχουν κάνει άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.
Συγκεκριμένα, μετά και τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας για τα ζητήματα κανονιστικής συμμόρφωσης που ενδεχομένως αντιμετωπίσει η εφαρμογή του «ιταλικού μοντέλου» στην Ελλάδα (κάτι για το οποίο είχε γίνει επισήμανση εγκαίρως από την ΕΒΙΚΕΝ), αλλά και τα όσα θέτει το νέο πλαίσιο εφαρμογής του μηχανισμού αντιστάθμισης των έμμεσων εκπομπών CO2 , που αποκλείει κάποιες μονάδες έχουν εγερθεί κρίσιμα ερωτήματα στους κύκλους της ενεργοβόρου βιομηχανίας.
Στο φόντο αυτό, σε σχόλιό του ο Αντώνης Κοντολέων πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) έχει αναφέρει:
“Θα περιμένουμε την επίσημη ενημέρωση για τις εξελίξεις στο ιταλικό μοντέλο και για τις νέες προτάσεις του Υπουργείου για να τοποθετηθούμε συνολικά. Εάν όμως ευσταθούν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες μιλάμε για ανατροπή των όσων σχεδιάζονταν επί τόσους μήνες ερήμην μας. Πλην όμως η όποια εμπλοκή στην εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου δεν αιτιολογεί γιατί δεν προχωρούν αυτονόητα μέτρα που θα μειώσουν το καθημερινό κόστος της βιομηχανίας”, αναφέρει ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ και θέτει τέσσερα ερωτήματα:
Πιο συγκεκριμένα:
- ΕΤΜΕΑΡ, γιατί δεν αποδίδονται τα 17εκ. ανά έτος που οφείλονται από το 2022 και εντεύθεν;
- Γιατί συνεχίζεται η λάθος χρέωση ΕΤΜΕΑΡ στη Μέση Τάση, δηλαδή η ίδια χρέωση για επιλέξιμους και μη καταναλωτές;
- Γιατί δεν ενισχύεται η ΡΑΑΕΥ, ώστε να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος της λειτουργίας της αγοράς και των αυξήσεων στο κόστος της Αγοράς Εξισορρόπησης;
- Γιατί παρά το γεγονός πως τέθηκαν σε λειτουργία οι διασυνδέσεις με την Κρήτη και τις Κυκλάδες δεν μειώνονται τα ΥΚΩ, ενώ αυξάνεται η Χρέωση Χρήσης Συστήματος. Οι βιομηχανίες δεν ευθύνονται για το έλλειμμα του ΕΛΥΚΩ.”
Στο μεταξύ, όπως διαφαίνεται η αντιστάθμιση του κόστους των έμμεσων εκπομπών CO₂ αναμένεται να είναι βασικός πυλώνας στήριξης της ελληνικής βιομηχανίας απέναντι στο υψηλό ενεργειακό κόστος. Κι αυτό την ώρα που μέχρι και πριν λίγο διάστημα το λεγόμενο “ιταλικό μοντέλο” ήταν βασική επιλογή, όμως, όπως φαίνεται προσκρούει σε σοβαρές ενστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση στελέχη του ΥΠΕΝ, οι Βρυξέλλες εμφανίζονται επιφυλακτικές στο λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» μια και μια υιοθέτησή τους, ενδεχομένως κρύβει ρίσκα. Κι αυτό γιατι, η Κομισιόν επικαλείται ότι πλέον υπάρχει το νέο Πλαίσιο Κρατικών Ενισχύσεων για την Καθαρή Βιομηχανία (CISAF), υποστηρίζοντας ότι αυτό επαρκεί από μόνο του για τη στήριξη των βιομηχανικών καταναλωτών, χωρίς να απαιτείται συνδυασμός ενισχύσεων από άλλα εργαλεία, που εφαρμόστηκαν (βλ Ιταλία), σε περιόδους, όπου εγκεκριμένα σχήματα ενίσχυσης, όπως το CISAF, δεν υπήρχαν.
Πάντως ακόμη και για το CISAF υπάρχουν έντονες συζητήσεις καθώς χώρες όπως η Γερμανία πιέζουν για μεγαλύτερη ευελιξία και για τη δυνατότητα συνδυαστικής αξιοποίησης του CISAF με εθνικά μέτρα, η με την αντιστάθμιση CO₂, αναγνωρίζοντας ότι οι διαρθρωτικές στρεβλώσεις στο ενεργειακό κόστος δεν αντιμετωπίζονται με ένα μόνο εργαλείο. Κι αυτό δημιουργεί νέες "αναμονές" στην ελληνική πλευρά.
Υπενθυμίζεται ότι το «ιταλικό μοντέλο», το οποίο είχε υιοθετηθεί και από τον ΣΕΒ ως βάση πρότασης, προέβλεπε τη διασφάλιση σταθερής και ανταγωνιστικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας για το 25% της κατανάλωσης των ενεργοβόρων επιχειρήσεων για τρία χρόνια. Το σχήμα συνδυαζόταν με δεσμεύσεις για επενδύσεις πράσινης ενέργειας, που οι επιχειρήσεις θα έκαναν σε βάθος 20ετίας.
Στο ελληνικό σχέδιο, το ιταλικό μοντέλο συμπληρωνόταν από την ενίσχυση της αντιστάθμισης CO₂. Χωρίς, όμως, τη σύμφωνη γνώμη της Κομισιόν, οποιαδήποτε μονομερής εφαρμογή θα συνιστούσε ανοιχτή σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, εξέλιξη που το ΥΠΕΝ επιδιώκει να αποφύγει.
Έτσι, το υπουργείο στρέφεται πλέον στην επεξεργασία εναλλακτικών σεναρίων, παρακολουθώντας παράλληλα τις διαπραγματεύσεις άλλων κρατών-μελών με την Επιτροπή για μεγαλύτερη ευελιξία στο CISAF. Όπως σημειώνουν κυβερνητικές πηγές, το τοπίο αναμένεται να ξεκαθαρίσει εντός των επόμενων εβδομάδων, τόσο ως προς την αντιστάθμιση όσο και ως προς τη λειτουργία του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου.
Παράλληλα από τη βιομηχανία εκφράζεται προβληματισμός για επιδιωκόμενες αλλαγές πέρα από την ήδη συμφωνημένη σταδιακή εφαρμογή, των νέων επικαιροποιημένων συντελεστών ενισχύσεων για την "αντιστάθμιση" με βάση το εθνικό “ανθρακικό αποτύπωμα”.
Μια τέτοια αλλαγή που προτάσσεται από το ΥΠΕΝ έχει να κάνει με την ορθή αποτύπωση του ελληνικού μίγματος ηλεκτροπαραγωγής, όπου ναι μεν έχουν μειωθεί δραστικά οι λιγνίτες και άρα οι εκπομπές, αλλά έχει ισχυρό ρόλο το φυσικό αέριο, που παράλληλα ένεκα και της διασύνδεσης με τις όμορες αγορές διαμορφώνει μια ενιαία κοινότητα (Ρουμανία και Βουλγαρία). Βέβαια για το συγκεκριμένο ζήτημα η ΕΒΙΚΕΝ είχε καταθέσει σχετική μελέτη, για την ενίσχυση της σχετικής επιχειρηματολογίας, πριν ληφθούν από την ΕΕ οι σχετικές αποφάσεις.
Υπενθυμίζεται ότι το εθνικό ανθρακικό αποτύπωμα είναι το κριτήριο με το οποίο υπολογίζεται η επιδότηση για την αντιστάθμιση του κόστους του CO2. Εκεί, δε, με βάση τους νέους κανόνες, για την επόμεμνη τριετία υπάρχει μείωση κατά 25%. Συγκεκριμένα, το εθνικό “ανθρακικό αποτύπωμα” από 0,73 τόνους CO2/MWh προηγουμένως διαμορφώνεται σε 0,58 τόνους CΟ2/MWh για την επόμενη πενταετία.
Έτσι, όπως αναφέρουν στελέχη της βιομηχανίας, τα νέα αυτά δεδομένα βάζουν τη βιομηχανία της χώρας σε πολύ δυσμενή θέση, ειδικά σε σχέση με τις γειτονικές. Δηλαδή, παρότι η Ελλάδα είναι συνδεδεμένη με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία υπάρχει σημαντική απόκλιση, καθώς η ΕΕ δεν αναγνώρισε αυτό που ισχύει στο πεδίο. Έτσι με συντελεστές 0.91, η Βουλγαρία και 0.96, η Ρουμανία, παρά το ότι ανήκουν στην ίδια ενεργειακή “κοινότητα” με την Ελλάδα απολαμβάνουν πιο ευνοϊκό καθεστώς επιδοτήσεων.
Ο αντίλογος, βέβαια, του ΥΠΕΝ έχει να κάνει ότι εάν από την αρχή περνούσε η περιοχή ως ενιαία "κοινότητα", οι συντελεστές Βουλγαρίας και Ρουμανίας θα ήταν μειωμένοι ένεκα των επιδόσεων της Ελλάδας, οδηγώντας τις όμορες χώρες σε θέση αντιπαράθεσης με την Ελλάδα.
(από την «Εστία της Κυριακής»)