Ευρώπη και Ελλάδα Μπροστά σε Σοβαρές Ενεργειακές Προκλήσεις το 2026

Το 2026 βρίσκει την Ευρώπη και κατ’ επέκταση την Ελλάδα αντιμέτωπες με ένα σύνθετο και απαιτητικό ενεργειακό περιβάλλον, στο οποίο συγκλίνουν γεωπολιτικοί, οικονομικοί και τεχνολογικοί παράγοντες. Παρά τις σημαντικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών για την θωράκιση της ενεργειακής ασφάλειας και τον περιορισμό της εξάρτησης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, οι προκλήσεις όχι μόνο παραμένουν, αλλά αποκτούν νέα χαρακτηριστικά. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ενεργειακή μετάβαση εξελίσσεται σε έναν αγώνα ισορροπίας ανάμεσα στις κλιματικές φιλοδοξίες και τον ουτοπικό στόχο του NetZero50- που η ηγεσία της ΕΕ δεν φαίνεται ακόμα έτοιμη να αποτινάξει- και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και την επίτευξη προσιτών τιμών για νοικοκυριά και βιομηχανία. Η επιτάχυνση της διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) εξακολουθεί να αποτελεί στρατηγική επιλογή, όμως το 2026 αναδεικνύει με μεγαλύτερη ένταση τα όρια των υφιστάμενων υποδομών. Τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, σε πολλές χώρες της ΕΕ αλλά και ιδιαίτερα στην ΝΑ Ευρώπη, δυσκολεύονται να

energia.gr
Παρ, 2 Ιανουαρίου 2026 - 11:17

ενσωματώσουν τον αυξανόμενο όγκο μεταβλητής παραγωγής, ενώ οι επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας και ευέλικτες μονάδες παραμένουν ανεπαρκείς. Σε επτά χώρες της ΕΕ, που συμπεριλαμβάνουν Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία, οι απορρίψεις εγχεόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο δίκτυο ( δηλ. τα curtailments) αποτελούν καθημερινό φαινόμενο και αποθαρρύνουν νέες επενδύσεις.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μεγάλη αβεβαιότητα. Η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού μέσω LNG έχει ενισχύσει την βραχυπρόθεσμη ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα έχει αυξήσει την έκθεση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για φορτία, ιδίως με την Ασία και την λεκάνη του Ειρηνικού. Το 2026, οι τιμές μπορεί να είναι πιο ήπιες σε σχέση με τα επίπεδα κρίσης του 2022, ωστόσο παραμένουν ευάλωτες σε γεωπολιτικά σοκ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πληθωρισμό και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η αδυναμία της Ευρώπης να στηρίξει την εγχώρια παραγωγή φ. αερίου από κοιτάσματα στην Βόρειο Θάλασσα, στην Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο ώστε να καλύψει έστω ένα μέρος της ζήτησης της από εγχώριες πηγές, την οδηγεί μοιραία στην διαιώνιση της εξάρτησης της από εισαγωγές - μέχρι πρόσφατα από την Ρωσία και τώρα από το Αμερικανικό LNG.

Για την Ελλάδα οι ευρωπαϊκές αυτές προκλήσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η χώρα έχει καταφέρει σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, με υψηλά ποσοστά διείσδυσης στην ηλεκτροπαραγωγή (50% μέσο όρο στο ηλεκτροπαραγωγικό μίγμα συμπεριλαμβανομένων και των υδροηλεκτρικών). Ωστόσο το 2026 καθιστά σαφές ότι η ποσοτική αύξηση δεν αρκεί. Οι καθημερινές πλέον περικοπές πράσινης παραγωγής, λόγω κορεσμένης παραγωγής και περιορισμένης ζήτησης, σε συνδυασμό με πτώσεις στην τάση και τακτικά τοπικά black out σε όλη την χώρα, υπονομεύουν την οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων ( όχι μόνο στις ΑΠΕ αλλά γενικότερα) και αποκαλύπτουν την ανάγκη για ταχύτερη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης, των διασυνδέσεων και την αναβάθμιση του ηλεκτρικού δικτύου.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό ( άνω του 45%) από το φυσικό αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή, γεγονός που την συνδέει άμεσα με τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. Η πρόκληση για το 2026 δεν είναι απλώς η επάρκεια καυσίμου, αλλά η διαμόρφωση ενός μείγματος που θα περιορίζει την έκθεση σε ακραίες τιμές, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ευστάθεια του συστήματος. Κατ´ επέκταση η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα την χρονιά που μόλις ξεκίνησε, είναι εάν η κυβέρνηση μπορέσει τελικά να υλοποιήσει τα σχέδια των επενδυτών που κατέχουν θαλάσσιες παραχωρήσεις στο Ιόνιο, νότια και δυτικά της Κρήτης, και τους επιτρέψει να προχωρήσουν σε ερευνητικές γεωτρήσεις, ή για μια ακόμα φορά θα υποκύψει στις κίβδηλες αξιώσεις των απανταχού περιβαλλοντικών οργανώσεων και βάλλει ταφόπλακα στις προσπάθειες για εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου ενεργειακού πλούτου της χώρας;

Ένα ακόμα κρίσιμο ζήτημα είναι το κόστος της ενεργειακής μετάβασης για τους καταναλωτές. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές για το κλίμα, με μοναδικό κριτήριο την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου - παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη ευθύνεται για λιγότερο του 7% των παγκόσμιων εκπομπών- συνοδεύονται με αυξημένες επενδυτικές απαιτήσεις οι οποίες μετακυλίονται, άμεσα ή έμμεσα, στους λογαριασμούς ενέργειας. Στην Ελλάδα όπου το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει πιεσμένο, η ενεργειακή φτώχεια όχι μόνο δεν δείχνει σημάδια μείωσης αλλά εξακολουθεί να αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο- με αυξητικές τάσεις σε παλαιά και νέα νοικοκυριά- καθιστώντας αναγκαίες στοχευμένες πολιτικές στήριξης και βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας, κυρίως στα κτίρια.

Τελικά, το 2026 λειτουργεί ως έτος καμπής. Για την Ευρώπη, αποτελεί δοκιμασία της ικανότητας συντονισμού μεταξύ κρατών- μελών και εξισορρόπησης στόχων. Για την Ελλάδα είναι μια ευκαιρία αλλά και πρόκληση: να μετατρέψει το συγκριτικό της πλεονέκτημα στις ΑΠΕ αλλά και στο λανθάνον δυναμικό της σε υδρογονάνθρακες σε πραγματική ενεργειακή ασφάλεια και οικονομικό όφελος. Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι πολιτικές αποφάσεις θα κινηθούν με ρεαλισμό, ταχύτητα και κοινωνική ευαισθησία, σε ένα περιβάλλον που δεν επιτρέπει πλέον καθυστερήσεις.

 

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr

Διαβάστε ακόμα