Εδώ και μερικά χρόνια έχει ξεκινήσει η στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) υποστηριζόμενη από ένα ευνοϊκό για την αυτοπαραγωγή νομοθετικό πλαίσιο και από Ευρωπαϊκούς πόρους. Σήμερα οι ΑΠΕ καλύπτουν σχεδόν το 16% της ακαθάριστης εγχώριας ενεργειακής κατανάλωσης και το 28% της ηλεκτροπαραγωγής. Μέσα  στα επόμενα χρόνια τα ποσοστά αυτά πρόκειται να αυξηθούν σημαντικά, αφού σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) μέχρι το 2030 οι ΑΠΕ θα

πρέπει να καλύπτουν το 35% της αντίστοιχης κατανάλωσης ενέργειας και άνω του 60% της ηλεκτροπαραγωγής. 

Από το σημερινό επίπεδο των 6.8 GW συνολικής εγκατεστημένης ισχύος από ανανεώσιμες πηγές (που περιλαμβάνει 3.6 GW αιολικά, 2.8 GW φωτοβολταϊκά κλπ., αλλά όχι τα μεγάλα υδροηλεκτρικά) η προβλεπόμενη σύμφωνα από το ΕΣΕΚ, νέα ισχύς εντός της τρέχουσας δεκαετίας, υπολογίζεται στα 9.0 GW. Μετά δε την τελευταία απόφαση της ΕΕ για ακόμα μεγαλύτερη μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου στο 55% μέχρι το 2030, οι χώρες μέλη θα κληθούν να αναθεωρήσουν προς τα άνω τους στόχους τους για την διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό σύστημα.

Αυτό σημαίνει ότι οι ΑΠΕ θα κληθούν να καλύψουν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της παραγόμενης ενέργειας, πράγμα που θα οδηγήσει σε νέα αυξημένη ισχύ ΑΠΕ  στα περίπου 15,0 GW μέχρι το 2030. Με την Ελλάδα να καθίσταται εξαγωγική χώρα αφού, χάρις στις ΑΠΕ,  θα μπορέσει να διαμορφώσει ανταγωνιστικές τιμές ηλεκτρισμού σε σχέση με αυτές των γειτονικών χωρών. Με άλλα λόγια επιδιώκεται η απόλυτη ανατροπή του ισχύοντος καθεστώτος με τις ΑΠΕ να αναδεικνύονται  σε κεντρικό πυλώνα του ενεργειακού συστήματος, σε πλήρη αντιδιαστολή με το παρελθόν όπου οι ΑΠΕ είχαν περιθωριακό ρόλο.

Όπως μας πληροφορεί πρόσφατη μελέτη του ΙΕΝΕ[1] μέχρι το 2030 πρόκειται να επενδυθούν περί τα € 10 δισεκ. σε μονάδες ΑΠΕ και άλλα € 7.5 δισεκ. για την επέκταση και αναβάθμιση του δικτύου διανομής και για συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Βάσει των νέων δεδομένων οι επενδύσεις αυτές θα εκτιναχθούν στα € 25 δισεκ. Το ποσό αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό ως ποσοστό των συνολικών επενδύσεων σε πάγια κεφάλαια.

Για αυτό σήμερα έχουμε  μια μοναδική ευκαιρία για την ανάπτυξη εγχώριας βιομηχανίας ΑΠΕ. Με εξαίρεση τα ηλιοθερμικά συστήματα όπου η Ελλάδα έχει αναπτυγμένη βιομηχανία, και μάλιστα εξαγωγική, το ποσοστό εγχώριας  προστιθέμενη αξίας στην εγκατάσταση ηλιακών φωτοβολταϊκών και αιολικών μονάδων είναι αρκετά χαμηλό και συνήθως δεν ξεπερνά το 25%.

Εάν δεν μπορέσουμε να αυξήσουμε αξιοσημείωτα το ποσοστό εγχώριας  προστιθέμενης αξίας στην κατασκευή μονάδων ΑΠΕ, αυτό σημαίνει ότι τα περισσότερα χρήματα που θα εισρεύσουν για επενδύσεις τα επόμενα χρόνια  θα κατευθυνθούν  σε ξένους προμηθευτές, με την Ελλάδα να ωφελείται οριακά και μόνο στο στάδιο εγκατάστασης και λειτουργίας. Όμως "τα λεφτά είναι πολλά" για να αφήσουμε  μια τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, και αν κρίνουμε μάλιστα από τον τεράστιο αριθμό αιτήσεων για έργα ΑΠΕ που κατατέθηκαν πρόσφατα στη ΡΑΕ και φθάνουν τα 45,5 GW, αλλά και από το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει σε επίπεδο ΕΕ και από την κυβέρνηση,η Ελλάδα πρόκειται κυριολεκτικά να πρασινίσει την επόμενη 10ετια με χιλιάδες μικρά και μεγάλα έργα ΑΠΕ. Με αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ να κατευθύνονται στις ΑΠΕ κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια θα ήταν κρίμα να χαθεί αυτή η τεράστια ευκαιρία να επενδύσουμε στη δημιουργία παραγωγικής βάσης τόσο στα αιολικά όσο και στα φωτοβολταϊκά και σε συναφείς τεχνολογίες. Σήμερα,σε αντίθεση με το παρελθόν, υπάρχει το κατάλληλο μέγεθος εφαρμογών και η απαραίτητη κλίμακα που επιτρέπει τον σχεδιασμό και υλοποίηση επενδύσεων στο παραγωγικό τμήμα της αλυσίδας.

Όμως για να μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε την μοναδική ευκαιρία που παρουσιάζεται σήμερα απαιτείται πολιτική βούληση, επιτελικό σχέδιο και σοβαρή κυβερνητική δέσμευση για επενδύσεις στην βιομηχανία και στην έρευνα, κάτι που σήμερα παντελώς απουσιάζει. Τόσο σε επίπεδο ΕΣΕΚ όσο και στο πλαίσιο  του προγράμματος ανάκαμψης  (Σχέδιο Πισσαρίδη[2]) δεν υπάρχει ουδεμία πρόβλεψη ή αναφορά στην ανάγκη ανάπτυξης εγχώριας βιομηχανίας ΑΠΕ. Δυστυχώς με την πολιτική που ακολουθείται το μόνο που θα επιτύχουμε είναι η ραγδαία αύξηση των εισαγωγών και η στήριξη βιομηχανιών της αλλοδαπής.

 

[1]ΙΕΝΕ (2020), «Ετήσια Έκθεση ΙΕΝΕ 2020-Ο Ελληνικός Ενεργειακός Τομέας», https://www.iene.gr/articlefiles/iene_meleti_2020_final1.pdf

[2] Σχέδιο Πισσαρίδη (2020), «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία», Τελική Έκθεση, https://www.kathimerini.gr/wp-content/uploads/2020/11/growth_plan_2020-11-23_1021.pdf