Η Ενεργειακή Απόδοση και το Ελληνικό Παράδοξο

Η Ενεργειακή Απόδοση και το Ελληνικό Παράδοξο
Του Γιάννη Αληγιζάκη*
Τρι, 19 Νοεμβρίου 2019 - 19:45

Η οδηγία 2012/27 της Ευρωπαϊκής Ενωσης για ενεργειακή απόδοση αποτέλεσε την απαρχή, αλλά και το βασικό εργαλείο στην προσπάθεια της Ε.Ε. να πετύχει μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και αύξησης της ενεργειακής απόδοσης των κρατών-μελών. Στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας για εξοικονόμηση κατανάλωσης ενέργειας έως και 20% μέχρι το 2020, καθορίσθηκε 

το 2012 σε κάθε κράτος-μέλος ο ενδεικτικός στόχος ενεργειακής απόδοσης σε εθνικό επίπεδο. Για μία πενταετία, το ελληνικό κράτος αδράνησε, ολιγώρησε και δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά με τον σχεδιασμό του στόχου. Τον Απρίλιο του 2017, κάτω από την απειλή να μην υλοποιηθούν οι στόχοι της οδηγίας, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δημοσίευσε την υπουργική απόφαση για τον κανονισμό λειτουργίας καθεστώτων υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης με υιοθέτηση μέτρων επιβολής. Πρόκειται για μέτρα που αποτελούν ένα πλαίσιο υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, με το οποίο εξασφαλίζεται ότι οι διανομείς ενέργειας ή/και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας που ορίζονται ως υπόχρεα μέρη επιτυγχάνουν έναν σωρευτικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση.

Το παράδοξο, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, ήταν ότι στα υπόχρεα μέρη το υπουργείο αποφάσισε να συμπεριλάβει και τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών. Η κυριαρχούσα άποψη στην Ε.Ε. ήταν ότι οι εταιρείες εμπορίας δεν έχουν άμεση σχέση με μεγάλο μέρος των τελικών καταναλωτών, αφού παρεμβάλλονται άλλοι κρίκοι της εφοδιαστικής αλυσίδας (πρατήρια, μεταπωλητές θέρμανσης) και κατά συνέπεια μέτρα και διαδικασίες καθεστώτων επιβολής δεν είναι εφαρμοσμένα.

Ειδικότερα, σχετική έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (European Parliament Implementation of the Energy Efficiency Directive 2017/27/EO: Energy efficiency obligation schemes April 2016) επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σταθερή σχέση (loyalty) μεταξύ πελατών και εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών, καθ’ όσον οι πελάτες είναι τελικά καταναλωτές που αλλάζουν συνεχώς προμηθευτή.

Αξιολογεί δε ως πρόσφορη την επιβολή μέτρων που σχετίζονται με την αλλαγή συμπεριφοράς των καταναλωτών. Παρά τις έντονες αντιδράσεις του ΣΕΕΠΕ, το υπουργείο αποφάσισε τη συμμετοχή των εταιρειών πετρελαίου στα καθεστώτα επιβολής. Συγχρόνως, όμως, η απόφαση προέβλεπε ότι αν τα ληφθέντα μέτρα εξοικονόμησης, τεχνικά ή συμπεριφορικά, δεν καταφέρουν να επηρεάσουν τους καταναλωτές και δεν επιτευχθεί η σχεδιαζόμενη εξοικονόμηση, το κράτος θα επιβάλει υψηλά πρόστιμα με τη μορφή του επονομαζόμενου «κόστους συμμόρφωσης». Με βάσει τα παραπάνω, ο κλάδος απειλείται με επιβολή προστίμων ύψους 102.000.000 για την τετραετία 2017-2020 στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των στόχων. Οι εταιρείες εμπορίας κλήθηκαν να επωμισθούν ένα υπερβολικά μεγάλο φορτίο υλοποιώντας το 61% των καθεστώτων επιβολής και καλύπτοντας το 11% της συνολικής απόδοσης όλων των δράσεων για το 2017.

Δεδομένου ότι τα επιβαλλόμενα μέτρα είναι συμπεριφορικά και τεχνικά, η εκτίμηση του κλάδου είναι ότι το 2020 θα επιτύχει να υλοποιήσει τους στόχους και να ανταποκριθεί τελικά στις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν. Ομως, το ερώτημα που απασχολεί σήμερα τον κλάδο είναι ο σχεδιασμός του προγράμματος εξοικονόμησης ενέργειας για το 2021-2030. Η νέα οδηγία 2018/2002 αναθεωρεί την οδηγία 2012/27 και θέτει υψηλότερους στόχους εξοικονόμησης ενέργειας. Δεν έχει ακόμη αποσαφηνισθεί η συμμετοχή των καθεστώτων επιβολής στην κάλυψη των νέων στόχων. Ούτε και ποιες θα είναι οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των εταιρειών εμπορίας.

Οι δράσεις, όμως, που πρέπει να αναληφθούν στην περίοδο 2021-2030 προϋποθέτουν κυρίως τεχνικά μέτρα, τα οποία μεταφράζονται σε υψηλές επενδύσεις, σε αντιδιαστολή με τα μέτρα για την περίοδο 2017-2020, που είναι κυρίως συμπεριφορικά. Επομένως, η αδυναμία επίτευξης των στόχων εξοικονόμησης ενέργειας από τις εταιρείες εμπορίας, σε συνδυασμό με την απαίτηση μεγάλων αλλά μη αποδοτικών επενδύσεων, θα δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που πιθανόν να καταστήσουν ορισμένες από αυτές μη βιώσιμες, με άμεση συνέπεια την απώλεια θέσεων εργασίας.

Ο ΣΕΕΠΕ αναγνωρίζει ότι η προώθηση της ενεργειακής απόδοσης αποτελεί πλέον βασική συνιστώσα της ενεργειακής πολιτικής της Ε.Ε. και ο κλάδος οφείλει να προσαρμοσθεί και να συμβάλει στη νέα πραγματικότητα.

Οφείλει, όμως, συγχρόνως να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητά του. Το υπουργείο οφείλει να εξαιρέσει τις εταιρίες εμπορίας από τους υπόχρεους σε καθεστώτα επιβολής ενεργειακής απόδοσης, δεδομένου ότι η επίτευξη των στόχων της Ε.Ε. δεν θα πρέπει να γίνει με όρους επιβολής, αλλά μέσα από την αναζήτηση συναινέσεων.

Εχουν προταθεί στην πολιτική ηγεσία μια σειρά από δράσεις που οδηγούν με αποτελεσματικό τρόπο στην επίτευξη του εθνικού στόχου. Μια σειρά δράσεων που περιλαμβάνουν ενέργειες όπως: συστήματα πιστοποίησης εξοικονόμησης ενέργειας, εθελοντικές συμφωνίες ενεργειακής απόδοσης για τη βιομηχανία και το εμπόριο, δημιουργία «πράσινου ταμείου» και «πράσινων διαδρόμων», δράσεις οι οποίες έχουν ήδη εφαρμοσθεί με εξαιρετική επιτυχία σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες (όπως Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία, Φινλανδία, Ολλανδία) και οι οποίες, χωρίς να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, φέρνουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Προϋπόθεση, όμως, για την υλοποίηση των δράσεων αυτών είναι η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων υπουργείων (Ανάπτυξης, Ενέργειας, Μεταφορών).

* Ο κ. Γιάννης Αληγιζάκης είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδας (ΣΕΕΠΕ).

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)