Σε Πλήρη Εξέλιξη η Αναδιάταξη του Ενεργειακού Τομέα με Απόλυτα Θετική Συμβολή στην Οικονομική Ανάπτυξη

energia.gr
Πεμ, 12 Ιουλίου 2018 - 10:12

Μπορεί να ακούγεται τετριμμένο, μπορεί ήδη να έχουν γραφεί εκατοντάδες άρθρα και αναλύσεις για αυτό το θέμα, μπορεί ακόμα να ακούγεται τελείως κοινότοπο και ίσως κουραστικό. Εμείς πάντως οφείλουμε και από την πλευρά μας να επισημάνουμε ότι την τρέχουσα χρονική περίοδο παρατηρείται μία σημαντική, για να μην πούμε καθοριστική, αναδιάταξη δυνάμεων και προτεραιοτήτων στον ενεργειακό τομέα της χώρας μας, η σημασία της οποίας θα γίνει αντιληπτή αρκετά αργότερα, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Όχι τυχαία η αναδιάταξη αυτή επιτελείται σε μια περίοδο που η οικονομία σταθεροποιείται, η εμπιστοσύνη -αργά μεν, αλλά σταθερά- επιστρέφει, ιδίως μετά την πρόσφατη διευθέτηση μέρους του δημοσίου χρέους σε συνεργασία με τους δανειστές μας και με την οικονομία να έχει επανέλθει σε αναπτυξιακή τροχιά, με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ να κάνουν λόγο για 2,0% μέσο όρο για το τρέχον έτος. Τα σημάδια της ευρύτερης αλλαγής που επιτελείται είναι πλέον ιδιαίτερα εμφανή και θα εθελοτυφλούσαμε εάν δεν τα επισημαίναμε.

Οι αλλαγές στις οποίες αναφερόμαστε καλύπτουν όλες τις πτυχές της ενεργειακής δραστηριότητας και επιχειρηματικότητας, αρχής γενομένης από την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπου η αποεπένδυση της ΔΕΗ στους λιγνιτικούς  σταθμούς με την παράλληλη μείωση του μεριδίου της στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζουν πλέον την μελλοντική της πορεία. Μια πορεία που οι περισσότεροι έχουν προδιαγράψει ως φθίνουσα και καταστροφική, προεξοφλώντας ήδη το τέλος της Επιχείρησης. Μόνο που εμείς θα διαφωνήσουμε κάθετα με αυτή τη δυστυχώς εδραιωμένη, αλλά τελείως λαθεμένη άποψη. Και αυτό γιατί είμαστε πεπεισμένοι, γνωρίζοντας καλά την Επιχείρηση και τους ανθρώπους της, ότι η ΔΕΗ κρύβει πολλές κρυφές αξίες, τόσο στην υλική, όσο και στην οργανωτική της υποδομή που εάν αξιοποιηθούν σωστά μπορούν να δώσουν μια νέα πνοή και να την επαναφέρουν σε αναπτυξιακή τροχιά. Με τη ΔΕΗ να επιδιώκει τη διείσδυσή της στη ΝΑ Ευρώπη -και όχι μόνο- αποκτώντας νέα assets, αλλά και μερίδια αγοράς. Μία διαδικασία που ευρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και αναμένεται να οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα κατά τους επόμενους μήνες. Έτσι, ενώ η ΔΕΗ θα αποδυναμώνεται για ένα διάστημα στην ελληνική αγορά, θα αποκτά μεγαλύτερη παρουσία και περιουσιακά στοιχεία εκτός συνόρων, ακολουθώντας το μοντέλο που υιοθέτησαν εδώ και 15 χρόνια οι περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες ηλεκτρισμού και που εάν είχε τότε ακολουθήσει η ΔΕΗ, δε θα περνούσε τη σημερινή περιπέτεια.

Οι αλλαγές συνεχίζουν και στην αγορά φυσικού αερίου που, αν και νεοσύστατη σχετικά (να θυμίσουμε ότι μόλις πρόσφατα συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από την είσοδο του φυσικού αερίου στην Ελλάδα), έχει να επιδείξει μια αξιοζήλευτη πορεία. Οι αλλαγές αυτές στις οποίες έχουμε αναφερθεί εκτενώς μέσα από τη στήλη (εδώ) έχουν να κάνουν κυρίως με τις ανακατατάξεις στη λιανική αγορά, την απόσχιση της εμπορίας από τις υποδομές, τη δημιουργία ανταγωνισμού σε επίπεδο οικιακού και εμπορικού καταναλωτή, την ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ (έχει προχωρήσει) και το unbundling και εν συνεχεία ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ (αναμένεται). Παράλληλα, ευρίσκονται σε εξέλιξη βασικά έργα υποδομής μεγάλης στρατηγικής σημασίας, όπως ο διασυνδετήριος Ελλάδος - Βουλγαρίας, όπου παρά τις συνεχείς αντιρρήσεις και παγίδες της Σόφιας, το έργο φαίνεται ότι έχει εισέλθει σε τροχιά υλοποίησης. Ακόμα έχει εισέλθει σε στάδιο ολοκλήρωσης η επέκταση και αναβάθμιση του τερματικού LNG στη Ρεβυθούσα, ενώ και η μονάδα FSRU της Gastrade στην Αλεξανδρούπολη εκτιμάται ότι θα προχωρήσει σε στάδιο υλοποίησης πριν τα τέλη του τρέχοντος έτους.

Παράλληλα, εξακολουθεί να υπάρχει έντονο ενδιαφέρον, όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και από τις κυβερνήσεις Ισραήλ, Κύπρου και Αιγύπτου για το έργο του υποθαλασσίου αγωγού East Med (που συνέλαβε και προωθεί συστηματικά η ΔΕΠΑ με την Edison), ο οποίος αν και μικρής σχετικά χωρητικότητας, αποτελεί την αιχμή του δόρατος στην προσπάθεια απεγκλωβισμού και εξαγωγής των τεράστιων ποσοτήτων φυσικού αερίου που έχουν ανακαλυφθεί την τελευταία 10 ετία στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Σχεδόν ταυτόχρονα υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον αγωγό Poseidon (βλέπε πρόσφατο άρθρο στο energia.gr) που τώρα μόλις λαμβάνει μια συγκεκριμένη όδευση για τη μεταφορά ρωσικού αερίου (προερχόμενο από τον Turkish Stream) από τα ελληνο-τουρκικά σύνορα προς τη Θεσπρωτία και από εκεί, με υποθαλάσσιο αγωγό, στην περιοχή του Οτράντο στη Νότιο Ιταλία. Όμως, η προώθηση και κατασκευή του εν λόγω έργου θα αποτελέσει χωρίς την παραμικρή αμφιβολία μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα μας, όχι ασφαλώς σε τεχνικό επίπεδο, αλλά σε πολιτικό, καθώς ο εν λόγω αγωγός αποτελεί κόκκινο πανί για τις ΗΠΑ και τους δορυφόρους των στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Και ας μην ξεχνάμε τον περίφημο αγωγό TAP, η κατασκευή του οποίου, επί ελληνικού εδάφους, σύντομα αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί χωρίς προβλήματα, αν και η συνολική ολοκλήρωση και λειτουργία του είναι πλέον αμφίβολη λόγω των σοβαρών προβλημάτων που έχουν ενσκήψει στην Ιταλία, όπου οι τοπικές κοινότητες του St. Foca, μαζί πλέον και με την κεντρική κυβέρνηση στη Ρώμη, για ιδεολογικούς και όχι μόνο λόγους, αντιτίθενται σφόδρα στην κατασκευή του (αυτό εξηγεί εν μέρει το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον αγωγό Poseidon).

Αλλά και αρκετά άλλα έργα υποδομής ευρίσκονται αυτή την περίοδο σε εξέλιξη στην Ελλάδα, με πλέον σημαντικό ίσως την ηλεκτρική διασύνδεση των Κυκλάδων από τον ΑΔΜΗΕ, της οποίας η πρώτη φάση ήδη ολοκληρώθηκε και αυτήν της Κρήτης ακολουθεί σύντομα. Παράλληλα, προχωρεί η επέκταση και αναβάθμιση του ηπειρωτικού δικτύου, η οποία κρίνεται άκρως απαραίτητη για την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ που, μετά τον πρόσφατο διαγωνισμό της ΡΑΕ, οδηγούνται πλέον σε μια νέα φάση ανάπτυξης, ακολουθώντας ένα διαφορετικό μοντέλο απ’ ότι αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα, βασισμένο πλέον σε νέες ανταγωνιστικές τιμές που επιτρέπουν οι νέες τεχνολογίες.

Και ασφαλώς όχι με μικρότερη σημασία, είναι η σημαντική πρόοδος που έχει επιτελεσθεί στις έρευνες υδρογονανθράκων, κάτι που κατέστη εφικτό μετά την πλήρη αναδιοργάνωση και ενίσχυση της ΕΔΕΥ. Με εξαίρεση το κοίτασμα του Πρίνου, η κυβέρνηση σήμερα έχει σε ισχύ επτά χερσαίες και θαλάσσιες παραχωρήσεις στη Δυτική Ελλάδα, ενώ σύντομα πρόκειται να υπογραφούν δυο ακόμη από το διεθνή γύρο παραχωρήσεων του 2015 και μέχρι το τέλος του 2018 δύο ακόμα για τις περιοχές νότια και βορειοδυτικά της Κρήτης. Αυτό όμως που έχει ακόμα μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική σημασία είναι το γεγονός ότι σήμερα ευρίσκονται στην Ελλάδα και συμμετέχουν σε έρευνες τέσσερις μεγάλες διεθνείς εταιρείες (Total, Edison,Repsol και ExxonMobil), πράγμα που αποτελεί μια ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, και στην χώρα μας γενικότερα, και τα σχέδια για την αξιοποίηση του υδρογονανθρακικού πλούτου της χώρας. Εντός του 2019 πρόκειται εξάλλου να ξεκινήσει από την Energean η παραγωγή από το μικρό κοίτασμα του Κατάκολου, γεγονός που αναμένεται να τονώσει, κυρίως ψυχολογικά, την όλη προσπάθεια των ερευνών στην Ελλάδα ,ενώ η ίδια η εταιρεία παράλληλα εντείνει τις εργασίες της στον Πρίνο για περαιτέρω αύξηση της εκεί παραγωγής η οποία πλησιάζει τα 5.000 βαρέλια την ημέρα, με στόχο αυτή να διπλασιαστεί, αξιοποιώντας τα νέα δευτερογενή κοιτάσματα που έχουν πλέον πιστοποιηθεί.

Εξετάζοντας σφαιρικά την όλη κατάσταση, καθώς εισερχόμεθα στο β΄ εξάμηνο του έτους, παρατηρείται πλέον μια σύγκλιση προσπαθειών και επενδύσεων σχεδόν σε όλους τους τομείς, με αποτέλεσμα η ενέργεια να έχει αναδειχθεί πλέον σε κινητήριο δύναμη για την οικονομία με εκατοντάδες μικρά και μεγάλα projects σε εξέλιξη. Κάτι που αναμένεται να αποτυπωθεί εξάλλου και στον εθνικό μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό που αυτή την περίοδο ευρίσκεται υπό κατάρτιση από ειδική επιτροπή του ΥΠΕΝ και πρόκειται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση πριν το τέλος του έτους. Μέσω της εκπόνησης του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού -που αποτελεί ευρωπαϊκή υποχρέωση αλλά και πάγιο, εδώ και πολλά χρόνια, αίτημα της ελληνικής ενεργειακής κοινότητας- η Ελλάδα αξιολογεί τις δυνατότητές της και συνάμα θέτει νέους εθνικούς στόχους με έμφαση τη μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη των ΑΠΕ, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, τη διαφοροποίηση του ενεργειακού της μίγματος και τη μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης.

Τέλος, όχι αμελητέα είναι η διαπίστωση ότι ο ενεργειακός  τομέας, εφόσον υπάρχει συντονισμός δυνάμεων, αποτελεί ένα εξαιρετικό όχημα για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής, μέσα από την προώθηση συγκεκριμένων έργων και συνεργασιών. Η διαπίστωση αυτή εκτιμούμε ότι έχει ιδιαίτερη σημασία για τη χώρα μας τη δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε, κατά την οποία θα πρέπει να στηριχθούμε όλο και περισσότερο στις δικές μας δυνάμεις. Και αυτό ισχύει και για τις επενδύσεις, όπου δυστυχώς έχει επικρατήσει η άποψη ότι, για να μπορέσει να αναπτυχθεί η οικονομία, αυτές θα προέλθουν αποκλειστικά από το εξωτερικό. Αγνοώντας το γεγονός ότι οι πλέον επιτυχημένες και διαρκείς επενδύσεις, που είναι αυτές του ενεργειακού τομέα, είχαν και έχουν την αφετηρία τους στον επιτόπιο σχεδιασμό. Και εάν αυτός είναι σωστός, τα ξένα, διεθνή κεφαλαία εξευρίσκονται. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά, αρκεί να δούμε πως αναπτύχθηκε η ΔΕΗ, αργότερα η ιδιωτική ηλεκτροπαραγωγή, τα διυλιστήρια, το εθνικό σύστημα φυσικού αερίου και οι εκατοντάδες μονάδες ΑΠΕ.