Η χθεσινή ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ και των ΕΛΠΕ περί αποδοχής της βελτιωμένης προσφοράς της κοινοπραξίας των εταιρειών Snam, Enagas, Fluxys για την εξαγορά του 66% του ΔΕΣΦΑ έναντι τιμήματος 535 εκατ. ευρώ κλείνει ουσιαστικά, και μάλιστα με επιτυχία, το κεφάλαιο της πρώτης μεγάλης ιδιωτικοποίησης ενεργειακής εταιρείας στη χώρα μας. Να θυμίσουμε ότι το σίριαλ της ιδιωτικοποίησης του ΔΕΣΦΑ είχε ξεκινήσει σχεδόν ταυτόχρονα με αυτό για την ΔΕΠΑ το φθινόπωρο του 2012 και με την υποβολή δεσμευτικών προσφορών να ακολουθεί τον Ιούνιο του 2013. Για τη μεν ΔΕΠΑ η ιστορία έληξε τελείως άδοξα, αφού το εμφανισθέν φαβορί, η ρωσική Gazprom, απεδείχθη διάττων αστήρ, μην υποβάλλοντας καν προσφορά, ενώ στη περίπτωση του ΔΕΣΦΑ υπεβλήθη προσφορά από μία μόνο εταιρεία, την αζέρικη κρατική εταιρεία υδρογονανθράκων Socar, μετά την υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες αποχώρηση της ρωσικής Sintez

Η χθεσινή ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ και των ΕΛΠΕ περί αποδοχής της βελτιωμένης προσφοράς της κοινοπραξίας των εταιρειών Snam, Enagas, Fluxys για την εξαγορά του 66% του ΔΕΣΦΑ έναντι τιμήματος 535 εκατ. ευρώ κλείνει ουσιαστικά, και μάλιστα με επιτυχία, το κεφάλαιο της πρώτης μεγάλης ιδιωτικοποίησης ενεργειακής εταιρείας στη χώρα μας. Να θυμίσουμε ότι το σίριαλ της ιδιωτικοποίησης του ΔΕΣΦΑ είχε ξεκινήσει σχεδόν ταυτόχρονα με αυτό για την ΔΕΠΑ το φθινόπωρο του 2012 και με την υποβολή δεσμευτικών προσφορών να ακολουθεί τον Ιούνιο του 2013. Για τη μεν ΔΕΠΑ η ιστορία έληξε τελείως άδοξα, αφού το εμφανισθέν φαβορί, η ρωσική Gazprom, απεδείχθη διάττων αστήρ, μην υποβάλλοντας καν προσφορά, ενώ στη περίπτωση του ΔΕΣΦΑ υπεβλήθη προσφορά από μία μόνο εταιρεία, την αζέρικη κρατική εταιρεία υδρογονανθράκων Socar, μετά την υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες αποχώρηση της ρωσικής Sintez.

Με τη λαθεμένη, όπως απεδείχθη αργότερα, αποδοχή της προσφοράς της Socar για 400 εκατ. ευρώ (για το 66% του ΔΕΣΦΑ) από το ΤΑΙΠΕΔ ξεκινά μια περιπετειώδης διαδρομή τριών ετών, η οποία έληξε το Νοέμβριο του 2016 με την απόσυρση της προσφοράς της Socar, η οποία εν τω μεταξύ είχε πληγεί οικονομικά από τη ραγδαία πτώση της τιμής του αργού πετρελαίου και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μειώσει την προσφορά της (κάτω από τα 300 εκατ. ευρώ), επικαλούμενη σειρά αβάσιμων και παραπλανητικών επιχειρημάτων, στρεφόμενη κατά της ελληνικής κυβέρνησης, την οποία και κατηγορούσε τελείως απροκάλυπτα περί αθέτησης συμφωνίας. Το μεγάλο όμως πρόβλημα με την Socar ήτο η μη συμβατότητα της προσφοράς και του συνοδευτικού με αυτήν επιχειρηματικού σχεδίου με το ισχύον ευρωπαϊκό ρυθμιστικό και νομικό πλαίσιο και πιο συγκεκριμένα με τις διατάξεις περί ανταγωνισμού. Για αυτό και η DG Comp είχε από την αρχή εκφράσει έντονες επιφυλάξεις και ουδέποτε συναίνεσε στην πώληση του ΔΕΣΦΑ, ενός ευρωπαίου Διαχειριστή ενέργειας, σε μια ασιατική εταιρεία η οποία εκινείτο τελείως εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου.

Το energia.gr ήδη από την επόμενη ημέρα υποβολής και αποδοχής από το ΤΑΙΠΕΔ της προσφοράς της Socar αντέδρασε αρνητικά, θεωρώντας ότι τόσο το προσφερθέν τίμημα ήτο υπερβολικά χαμηλό, αφού αποτιμούσε την αξία του ΔΕΣΦΑ σε λιγότερο από 600 εκατ. ευρώ, αλλά και η διαδικασία ήτο διαβλητή λόγω της μη συμμόρφωσης του αγοραστή με βασικές διατάξεις περί ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέσα από τεκμηριωμένη και συνεπή αρθρογραφία -και ενώ η όλη υπόθεση με την προσφορά της Socar εσύρετο κυριολεκτικά στους διαδρόμους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και έτεινε να αναδειχθεί σε μείζον πρόβλημα για την κυβερνηση- το energia.gr συνέχισε να αναδεικνύει τα αρνητικά σημεία του όλου θέματος, επιμένοντας ότι ο διαγωνισμός του 2013 έπρεπε να ακυρωθεί, αφού εν τω μεταξύ είχαν αλλάξει άρδην οι συνθήκες, αλλά και είχαν επέλθει ουσιαστικές μεταβολές στους όρους λειτουργίας της αγοράς.

Τελικά ο διαγωνισμός, ως έπρεπε, κηρύχθηκε άγονος από το ΤΑΙΠΕΔ το Δεκέμβριο του 2016 και προκηρύχθηκε καινούριος το Μάρτιο του 2017. Η νέα, εν τω μεταξύ, διοίκηση του Ταμείου έλαβε όλα τα κατάλληλα μέτρα και διενήργησε, ως όφειλε, όλους τους απαραίτητους ελέγχους ώστε η νέα διακήρυξη να είναι απόλυτα συμβατή με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Παράλληλα, το ΥΠΕΝ, μέσα από σειρά στοχευμένων παρεμβάσεών του σε διεθνή φόρα, ανέδειξε τον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας στην περιφερειακή αγορά ενέργειας -και ιδιαίτερα αυτής του φυσικού αερίου- προβάλλοντας παράλληλα τα προτερήματα και την ιδιαίτερη σημασία του ΔΕΣΦΑ. Το αποτέλεσμα ήτο απόλυτα θετικό, αφού ο διαγωνισμός προσέλκυσε το ενδιαφέρον δύο ισχυρών επιχειρηματικών σχημάτων (κοινοπραξία Snam και αυτή της Transgaz), με τελική προσφορά τα 535 εκατ. ευρώ για το 66% του μετοχικού κεφαλαίου του ΔΕΣΦΑ (η οποία αποτιμά την αξία του Διαχειριστή στα 810 εκατ.), ενώ εξίσου σημαντική εξέλιξη είναι η διατήρηση κομβικού ρόλου του κράτους μέσα από το διορισμό του προέδρου του Διαχειριστή και της καταστατικής μειοψηφίας, μέσω της οποίας εξασκείται ουσιαστικός έλεγχος σε κρίσιμες αποφάσεις. Και αυτό είναι από κάθε άποψη απόλυτα απαραίτητο, καθότι ο ΔΕΣΦΑ αποτελεί μέρος της ραχοκοκαλιάς του ενεργειακού συστήματος της χώρας και ως εκ τούτου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική μέσω των διεθνών διασυνδέσεων που ελέγχει (λ.χ. με Τουρκία, Βουλγαρία, Ιταλία, Αλβανία, FYROM), αλλά και των πρωτοβουλιών που αναπτύσσει (λ.χ. δημιουργία κόμβου εμπορίας φυσικού αερίου).

Κατόπιν των ανωτέρω εξελίξεων, το energia.gr αισθάνεται απόλυτα δικαιωμένο για τη στάση που τήρησε όλα αυτά τα χρόνια και την επιμονή του για την ανάγκη ενός νέου διαγωνισμού, ο οποίος τελικά στέφθηκε με επιτυχία.  Η δικαίωση αφορά και το ότι, όπως σθεναρά υποστηρίζαμε στην περίπτωση της Socar, το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από το να αξιώσει μεγαλύτερο τίμημα από τους πλειοδότες. Πραγματικά, η πρόσφατη αναβολή της τελικής κατακύρωσης, όχι μόνο δεν προκάλεσε την κατάρρευση του διαγωνισμού, αλλά, αντίθετα, πέτυχε ώστε να συμφωνήσει η πλειοδότρια κοινοπραξία σε υψηλότερο τίμημα συγκριτικά με την αρχική της προσφορά.

Μπορεί το τελικό τίμημα να υπολείπεται κατά πολύ από το επιθυμητό, καθότι βάσει αναλύσεώς μας εκτιμούμε ότι η πραγματική σημερινή αξία του ΔΕΣΦΑ υπερβαίνει το 1,2 δισ. ευρώ, όμως θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και να αποδεχθούμε τη σημερινή κατάσταση και την είσοδο της κοινοπραξίας, της οποίας ηγείται ένας διεθνής leader που είναι η ιταλική Snam, καθότι ανοίγει σήμερα μια νέα εποχή, τόσο για την εταιρεία, αλλά κυρίως για τη χώρα, αφού η σύμπραξη με το νέο επιχειρηματικό σχήμα αναμφίβολα θα συμβάλλει στην ενδυνάμωση του ενεργειακού αποτυπώματος της χώρας στην ΝΑ Ευρώπη, αλλά και ευρύτερα.