Η διπλωματία συχνά δεν τελειώνει με πάταγο, αλλά με ένα προσεκτικά διατυπωμένο ανακοινωθέν. Κάποιες φορές, όμως, η απουσία συμφωνίας μπορεί να είναι πιο ηχηρή από οποιαδήποτε δήλωση. Ο τελευταίος γύρος συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν στη Γενεύη ολοκληρώθηκε την Πέμπτη (26/02) σε αυτό που οι συμμετέχοντες χαρακτήρισαν εποικοδομητική ατμόσφαιρα

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, που μεσολάβησε στις συνομιλίες, έκανε λόγο για «σαφή πρόοδο», ενώ περαιτέρω συζητήσεις, συμπεριλαμβανομένων τεχνικών διαπραγματεύσεων, έχουν προγραμματιστεί να επαναληφθούν στη Βιέννη την επόμενη Πέμπτη. Επιφανειακά, η διπλωματική διαδικασία παραμένει ζωντανή.

Ωστόσο, πίσω από τις ευγενικές διατυπώσεις και τη διαδικαστική αισιοδοξία κρύβεται ένα διευρυνόμενο χάσμα. Χωρίς σαφή συμφωνία στον ορίζοντα για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ολοένα και περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές προβλέπουν ένα αδιέξοδο που θα μπορούσε να σκληρύνει την αντιπαράθεση και να οδηγήσει ακόμη και σε στρατιωτική σύγκρουση. Το κλίμα μπορεί να είναι πολιτισμένο, όμως η ουσία παραμένει βαθιά αμφιλεγόμενη.

Στην καρδιά του αδιεξόδου βρίσκεται η επιμονή του Προέδρου Τραμπ ότι το Ιράν πρέπει να εγκαταλείψει πλήρως το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου. Το αίτημα αυτό διατυπώνεται παρά το γεγονός ότι η Τεχεράνη είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων και υποστηρίζει ότι το πρόγραμμά της έχει ειρηνικούς σκοπούς. Στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Πρόεδρος Τραμπ επανέλαβε ότι η παύση της ικανότητας εμπλουτισμού του Ιράν αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για την Ουάσιγκτον. Η θέση είναι σαφής, αδιαμφισβήτητη και αδιάλλακτη.

Πέραν του πυρηνικού ζητήματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν επίσης δραστικό περιορισμό του βαλλιστικού οπλοστασίου του Ιράν και τον τερματισμό της οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης της Τεχεράνης προς συμμαχικούς μη κρατικούς δρώντες στην ευρύτερη περιοχή (βλέπε Χεζμπολάχ, Χαμάς, Χούτι). Αν και το θέμα αυτό δεν έχει αναδειχθεί επισήμως στον τρέχοντα γύρο συνομιλιών, παραμένει ενσωματωμένο στην στρατηγική λογική της Ουάσιγκτον. Στην πράξη, οι ΗΠΑ φαίνεται να επιδιώκουν όχι μόνο πυρηνικό περιορισμό, αλλά μια συνολική αναδίπλωση, εάν όχι υποβάθμιση, της περιφερειακής θέσης του Ιράν.

Για την Τεχεράνη, τέτοιες απαιτήσεις αγγίζουν τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας και της επιβίωσης του καθεστώτος. Πηγές κοντά στον Ανώτατο Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ υποδηλώνουν ότι οι όροι εκεχειρίας που προτείνει η Ουάσιγκτον θεωρούνται ταπεινωτικοί και θεμελιωδώς απαράδεκτοι. Η πλήρης εγκατάλειψη του εμπλουτισμού, ο περιορισμός των πυραυλικών δυνατοτήτων και η μείωση της περιφερειακής επιρροής θα ισοδυναμούσαν, κατά την άποψή τους, με στρατηγική συνθηκολόγηση. Εάν αυτές οι εκτιμήσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθίσταται δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς ο επόμενος γύρος διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε διπλωματική τομή.

Την αβεβαιότητα επιτείνουν αναφορές από την Τεχεράνη ότι οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση θα προκαλούσε σφοδρά αντίποινα, όχι περιορισμένα αποκλειστικά σε αμερικανικούς στόχους. Σε ένα τόσο ασταθές περιβάλλον, η αποτροπή και η λανθασμένη εκτίμηση συνυπάρχουν επικίνδυνα. Ορισμένοι αναλυτές έχουν μάλιστα υποστηρίξει ότι το Ιράν θα μπορούσε να εξετάσει ένα «προληπτικό πλήγμα» προκειμένου να αποτρέψει αυτό που ενδέχεται να εκλάβει ως επικείμενη και συντριπτική επίθεση που θα κατέστρεφε τις αμυντικές του υποδομές. Είτε τέτοια σενάρια είναι ρεαλιστικά είτε υποθετικά, υπογραμμίζουν την ευθραυστότητα της συγκυρίας.

Εν τω μεταξύ, το στρατιωτικό ρολόι μετρά αντίστροφα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συγκεντρώσει ισχυρή δύναμη στον Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων δύο ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων, εκατοντάδων μαχητικών αεροσκαφών και εκτεταμένων συστημάτων αεράμυνας — τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην περιοχή από τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003. Μια τέτοια κινητοποίηση έχει τη δική της λογική: αποσκοπεί στην αποτροπή, στην προβολή αποφασιστικότητας και στην προετοιμασία για ταχεία κλιμάκωση εάν η διπλωματία καταρρεύσει. Είναι όμως δαπανηρή και δύσκολα διατηρήσιμη μακροπρόθεσμα. Η μαζική αυτή ανάπτυξη δημιουργεί πίεση για κατάληξη, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Η φερόμενη προθεσμία 15 ημερών που έθεσε ο Πρόεδρος Τραμπ στο Ιράν για συμμόρφωση προς τους όρους που έχει θέση η Ουάσινγκτον, συμπιέζει περαιτέρω το χρονοδιάγραμμα. Οι τεχνικές διαπραγματεύσεις για τα επίπεδα εμπλουτισμού, το καθεστώς επιθεώρησης και οι μηχανισμοί επαλήθευσης είναι εγγενώς σύνθετες και απαιτούν χρόνο. Η κατάρτιση μιας δεσμευτικής συμφωνίας που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές δεν μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί εντός τόσο στενών χρονικών ορίων. Η αναντιστοιχία μεταξύ πολιτικών προθεσμιών και διπλωματικών πραγματικοτήτων εντείνει την αίσθηση ότι τα γεγονότα ενδέχεται σύντομα να ξεπεράσουν τους διαπραγματευτές.

Παρά τη μεγάλη αμερικανική συγκέντρωση δυνάμεων, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των ΗΠΑ, Air Force Gen.Dan Cane, Chairman of the Joint Chiefs of Staff,  φέρεται να προειδοποίησε τον πρόεδρο ότι ελλείψεις σε κρίσιμα πυρομαχικά και η απουσία ευρείας συμμαχικής στήριξης αυξάνουν σημαντικά τους κινδύνους οποιασδήποτε επιχείρησης. Ο πρόεδρος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι προτιμά μια συμφωνία από τον πόλεμο, ανταποκρινόμενος στις εκκλήσεις αραβικών συμμάχων για αυτοσυγκράτηση. Ο μόνος ηγέτης που εμφανίζεται υποστηρικτικός ενός πλήγματος είναι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος πέρυσι παρέσυρε για σύντομο διάστημα τις ΗΠΑ στον 12ήμερο πόλεμο του Ισραήλ με τον βομβαρδισμό βασικών ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Εάν το χειρότερο σενάριο υλοποιηθεί και ξεσπάσει μεγάλης κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση, οι επιπτώσεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα είναι άμεσες και δραματικές. Οι τιμές είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα εκτιναχθούν, καθώς οι αγορές θα αντιδράσουν στον κίνδυνο διακοπών εφοδιασμού σε έναν από τους πλέον σημαντικούς στρατηγικούς ενεργειακούς διαδρόμους του κόσμου. Τυχόν ιρανικές προσπάθειες απειλής ή αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ θα ενίσχυαν τη μεταβλητότητα. Ήδη την Παρασκευή το απόγευμα, το μηνιαίο συμβόλαιο Brent, το διεθνές benchmark, κινείτο έντονα ανοδικά φθάνοντας $72,50 το βαρέλι, την υψηλότερη τιμή του τελευταίου εξαμήνου. Ωστόσο, η εμπειρία υποδηλώνει ότι τέτοιες αυξήσεις ενδέχεται να μην διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη ναυτική ικανότητα να διασφαλίσουν τις θαλάσσιες οδούς, ενώ οι σύγχρονες αγορές ενέργειας στηρίζονται σε ένα εξελιγμένο και διαφανές σύστημα πληροφόρησης.

Πράγματι, ένας από τους σταθεροποιητικούς παράγοντες του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος είναι η σχεδόν σε πραγματικό χρόνο ροή δεδομένων από οργανισμούς όπως ο OPEC, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) και η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA). Η συνεχής παρακολούθηση αποθεμάτων, στην στεριά κι εν πλω και των τάσεων ζήτησης μειώνει την αβεβαιότητα και περιορίζει τον κερδοσκοπικό πανικό. Αν και το αρχικό σοκ μιας σύγκρουσης αναπόφευκτα θα ήταν σοβαρό, ο συνδυασμός στρατηγικών αποθεμάτων, εναλλακτικών διαδρομών εφοδιασμού και διαφάνειας της αγοράς είναι ικανός να περιορίσει τη διάρκεια της μεγάλης μεταβλητότητας.

Παραμένει, ωστόσο, μια χαραμάδα ελπίδας. Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει στο παρελθόν παρατείνει αυτοεπιβαλλόμενες προθεσμίες όταν οι διαπραγματεύσεις έδειχναν έστω και περιορισμένη πρόοδο. Είναι πιθανό να το πράξει ξανά, αγοράζοντας επιπλέον χρόνο για τη διπλωματία. Εξ ίσου, δεν αποκλείεται στοιχεία εντός της ιρανικής ηγεσίας να αμφισβητήσουν μέχρι σήμερα άκαμπτες θέσεις εάν βρεθούν αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο αιματοχυσίας και καταστροφικής σύγκρουσης. Η ιστορία έχει δείξει ότι παγιωμένα πολιτικά δόγματα μπορούν να μεταβληθούν υπό επαρκή πίεση.

Σε ένα απροσδόκητο σενάριο, παρατεταμένες διαπραγματεύσεις και αυξανόμενη οικονομική πίεση θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για σημαντικό πολιτικό μετασχηματισμό στο Ιράν. Μια αναπροσαρμογή του στρατηγικού προσανατολισμού της Τεχεράνης θα μπορούσε, εν καιρώ, να ανοίξει τον δρόμο για εξομάλυνση των σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν και προσέλκυση των ξένων επενδύσεων στον τεράστιο πετρελαϊκό τομέα της χώρας. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα μοιάζει σήμερα μακρινό, αλλά η γεωπολιτική συχνά επιφυλάσσει απότομες ανατροπές.

Όποια κι αν είναι η άμεση έκβαση της κρίσης, ένα συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο: έχουμε εισέλθει σε περίοδο παρατεταμένης γεωπολιτικής αναταραχής. Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος πλέον στο πέμπτο έτος του, συγκρούσεις που σιγοβράζουν σε πολλαπλές περιοχές (Αφρική, Ασία, Ν.Αμερική) και το διεθνές σύστημα εμφανίζεται ολοένα και πιο κατακερματισμένο. Υπάρχει αυξανόμενη τάση αποδοχής της χρόνιας αστάθειας ως «νέας κανονικότητας».

Αυτό ενδέχεται να αποδειχθεί επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Το γεγονός ότι το διεθνές εμπόριο συνεχίζεται και οι αγορές προσαρμόζονται, δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν περιοριστεί. Ο εφησυχασμός μπορεί να ριζώσει όταν οι κρίσεις φαίνονται μακρινές και το κόστος τους σιακριτό. Ωστόσο, η ιστορία προειδοποιεί ότι τέτοιου είδους «ανοσία» είναι συχνά προσωρινή. Οι κλιμακώσεις μπορεί να είναι ταχείες, αλληλένδετες και βαθιά αποσταθεροποιητικές.

Η επερχόμενη καταιγίδα δεν αφορά μόνο την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Αφορά στην ευθραυστότητα μιας διεθνούς τάξης που δοκιμάζεται από ανταγωνιστικές φιλοδοξίες, άκαμπτες κόκκινες γραμμές και συρρικνωμένο διπλωματικό χώρο. Το αν θα επικρατήσουν ψυχραιμότερες φωνές τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα διαμορφώσει όχι μόνο το μέλλον των σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και την ευρύτερη πορεία ενός κόσμου που ήδη παλεύει με βαθιά αβεβαιότητα.

Ακολουθήστε το energia.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του energia.gr
Απόρρητο