επεκτείνει την παρουσία της σε κρίσιμους τομείς της πράσινης μετάβασης, από την παραγωγή υλικών έως τη διαχείριση δικτύων.
Η Κίνα έχει επιτύχει ηγεμονική θέση στον κλάδο των καθαρών τεχνολογιών χάρη σε μακροπρόθεσμο κρατικό προγραμματισμό που ενσωματώνεται στα διαδοχικά πενταετή αναπτυξιακά σχέδια της χώρας. Η βιομηχανική της στρατηγική έχει οδηγήσει την ευρωπαϊκή αγορά σε έντονη εξάρτηση από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού. Στην παγκόσμια παραγωγή φωτοβολταϊκών εξαρτημάτων, η ασιατική χώρα κυριαρχεί σχεδόν ολοκληρωτικά: έως το 2023 κατείχε τη συντριπτική πλειονότητα της παραγωγής πλακιδίων πυριτίου (98%), καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των κυψελών ηλιακής ενέργειας που χρησιμοποιούνται διεθνώς.
Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας το 2024 κατέγραψε εντυπωσιακή άνοδο. Η νέα εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών παγκοσμίως ξεπέρασε τα 500 GW, επίπεδο που αντιστοιχεί σε παραγωγική ικανότητα ικανή να τροφοδοτήσει πολλές μεσαίου μεγέθους οικονομίες. Παράλληλα, η βιομηχανία αιολικής ενέργειας έχει επίσης περάσει σε μεγάλο βαθμό σε κινεζικά χέρια, καθώς εταιρείες της χώρας κατασκευάζουν περίπου τα δύο τρίτα των ανεμογεννητριών που εγκαθίστανται διεθνώς. Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα προκύπτει κυρίως από το μειωμένο κόστος παραγωγής, το οποίο συχνά είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο των ευρωπαϊκών κατασκευαστών.
Η κυριαρχία δεν περιορίζεται στα τελικά προϊόντα, αλλά εκτείνεται και στην αλυσίδα πρώτων υλών. Η Κίνα ελέγχει σημαντικό ποσοστό της εξόρυξης κρίσιμων ορυκτών, την πλειονότητα της επεξεργασίας τους και σχεδόν ολόκληρη την παραγωγή μόνιμων μαγνητών που χρησιμοποιούνται σε σύγχρονες ενεργειακές τεχνολογίες. Αυτή η συγκέντρωση παραγωγικής ισχύος δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η Ευρώπη δυσκολεύεται να αναπτύξει αυτόνομη βιομηχανική βάση.
Η ενεργειακή μετάβαση οδηγεί σε ριζική μεταμόρφωση των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρισμού. Το παραδοσιακό μοντέλο κεντρικής παραγωγής αντικαθίσταται σταδιακά από ένα σύστημα διάσπαρτων μονάδων μικρής και μεσαίας ισχύος. Καθώς η παραγωγή μετακινείται προς εκατομμύρια σημεία εγκατάστασης, οι υποδομές μεταφοράς αποκτούν ρόλο στρατηγικής σημασίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ για την αναβάθμιση των διασυνδέσεων, τη βελτίωση της ψηφιακής εποπτείας και την ενίσχυση της σταθερότητας των ηλεκτρικών ροών. Έτσι, αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο Διαχειριστών, όπως ο ΑΔΜΗΕ, ο οποίος αποτελεί βασικό κόμβο του ελληνικού και ευρωπαϊκού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας.
Η συμμετοχή της State Grid Corporation of China στο μετοχικό σχήμα του ελληνικού διαχειριστή από το 2017, με ποσοστό περίπου 24%, θεωρήθηκε από ορισμένους ως επενδυτική ευκαιρία για τεχνολογική αναβάθμιση. Ωστόσο, αναλυτές του EUISS εκφράζουν ανησυχίες ότι η παρουσία κρατικών κινεζικών επιχειρήσεων σε κρίσιμες υποδομές μπορεί να δημιουργήσει έμμεσες μορφές στρατηγικής επιρροής.
Η ανησυχία εστιάζει κυρίως στη δυνατότητα συμμετοχής σε αποφάσεις σχετικά με μελλοντικές επεκτάσεις δικτύου, επιλογές προμηθευτών και τεχνολογικών συστημάτων. Οι διαχειριστές μεταφοράς της Ευρώπης συνεργάζονται μέσω του ENTSO-E, γεγονός που σημαίνει ότι η πρόσβαση σε δεδομένα λειτουργίας δικτύων μπορεί να έχει ευρύτερες συνέπειες για την ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου.
Παράλληλα, παρατηρείται αυξημένη διείσδυση κινεζικών τεχνολογικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές. Εταιρείες όπως η Huawei Technologies Co., Ltd. και η XD Electric κερδίζουν συχνά διαγωνισμούς για την προμήθεια ψηφιακών συστημάτων ελέγχου, μετασχηματιστών και υποδομών αυτοματισμού. Αυτό συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις σε βάρος ευρωπαϊκών βιομηχανικών ομίλων όπως η Siemens AG και η SchneiderElectric.
Ορισμένα κράτη της Ευρώπης έχουν υιοθετήσει πιο αυστηρή πολιτική ελέγχου των ξένων επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση της Γερμανίας να αποτρέψει την εξαγορά μεριδίου στον διαχειριστή δικτύου 50Hertz από κινεζικό επενδυτικό φορέα το 2018, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας. Παρόμοιες επιφυλάξεις έχουν εμφανιστεί και σε βόρειες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες επιδιώκουν να περιορίσουν την εξωτερική επιρροή σε κρίσιμες υποδομές.
Η τεχνολογική εξάρτηση δεν αφορά μόνο τα μεγάλα βιομηχανικά συστήματα αλλά και τις συσκευές που εγκαθίστανται σε επίπεδο τελικού χρήστη. Οι μετατροπείς ισχύος των φωτοβολταϊκών συστημάτων λειτουργούν ως ψηφιακοί διαμεσολαβητές μεταξύ παραγωγής και δικτύου. Η συγκέντρωση της παγκόσμιας αγοράς inverters σε λίγες εταιρείες δημιουργεί πιθανότητες συστημικού κινδύνου, ιδιαίτερα όταν τα προϊόντα αυτά περιλαμβάνουν δυνατότητες απομακρυσμένης διαχείρισης.
Το 2025 αναφέρθηκαν περιστατικά ύπαρξης μη εξουσιοδοτημένων μονάδων επικοινωνίας ενσωματωμένων σε ορισμένους κινεζικής κατασκευής μετατροπείς. Τα εξαρτήματα αυτά θα μπορούσαν θεωρητικά να λειτουργήσουν ως κρυφά κανάλια πρόσβασης, επιτρέποντας παρεμβάσεις στο δίκτυο μέσω λογισμικού ή απομακρυσμένης χειραγώγησης φορτίων. Η απότομη απώλεια ηλεκτρικής ισχύος περίπου 2 GW στην Ισπανία πέρυσι τροφοδότησε τις συζητήσεις σχετικά με την ανθεκτικότητα των ψηφιακά ελεγχόμενων υποδομών.
Ιδιαίτερη ευαισθησία προκαλεί η ταχεία εξάπλωση οικιακών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, οι οποίες σε ορισμένες χώρες της βόρειας Ευρώπης καλύπτουν σημαντικό μέρος της τοπικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Επειδή οι μικρές αυτές μονάδες δεν υπόκεινται πάντα στους ίδιους κανόνες κυβερνοασφάλειας με τις μεγάλες εγκαταστάσεις, δημιουργείται ένα δυνητικό σημείο ευπάθειας στο συνολικό σύστημα.
Για την αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων προτείνονται από τους αναλυτές του EUISS πολιτικές ενίσχυσης. Μεταξύ άλλων, συζητείται η δημιουργία ενιαίου μηχανισμού ελέγχου ξένων επενδύσεων στους διαχειριστές δικτύων, η υποχρεωτική ευρωπαϊκή προέλευση εξοπλισμού σε στρατιωτικές και κρατικές κρίσιμες εγκαταστάσεις και η αυστηρότερη πιστοποίηση κυβερνοασφάλειας για όλα τα συνδεδεμένα ενεργειακά συστήματα.