Κέρδισε το ρεκόρ διάρκειας, αλλά ίσως όχι και τους δύσπιστους: Ήταν μία ομιλία για τη βάση, με τους δασμούς να «παγώνουν» το ακροατήριο, τη μετανάστευση να ανάβει τα αίματα και το Ιράν να μένει σκόπιμα θολό.
Δεν ήταν απλώς η μεγαλύτερη σε διάρκεια ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους. Ήταν μια προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να ξαναγράψει –σε πραγματικό χρόνο– το πολιτικό κλίμα γύρω από τη δεύτερη θητεία του: να πείσει ότι «η χώρα επέστρεψε», ότι η οικονομία «βρυχάται», ότι τα σύνορα «σφραγίστηκαν» και ότι η Αμερική μπαίνει σε «χρυσή εποχή» με φόντο τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.
Το πρόβλημα είναι πως, έξω από την αίθουσα, μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων δεν νιώθει αυτή την «επιστροφή» – και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα επίμονο πολιτικό αντίθετο ρεύμα.
Ο Τραμπ δεν έδειξε διάθεση αλλαγής γραμμής. Αντίθετα, επέλεξε ένα γνώριμο, επιθετικό μείγμα: πανηγυρισμός, επίθεση στους Δημοκρατικούς, πολιτισμικοί πόλεμοι, «νόμος και τάξη» και μια υπόσχεση ότι οι δύσκολες αποφάσεις (δασμοί, περικοπές κράτους, σκληρή μετανάστευση) «αποδίδουν».
Ήταν, με άλλα λόγια, μια ομιλία λιγότερο για τη διεύρυνση του ακροατηρίου και περισσότερο για την ενοποίηση της βάσης, μπροστά σε ένα φθινόπωρο ενδιάμεσων εκλογών που απειλεί να μετατραπεί σε δημοψήφισμα για την ίδια του την προεδρία.
Η «οικονομία που βρυχάται»
Ο κεντρικός άξονας ήταν ξεκάθαρος: «Αν τα νούμερα λένε ότι πάμε καλά, τότε πάμε καλά».
Ο Τραμπ επέμεινε στη μείωση του πληθωρισμού, στη χρηματιστηριακή άνοδο, σε υποσχέσεις για «διαφάνεια» στις τιμές υγείας και σε περιορισμό του κόστους φαρμάκων.
Όμως η ομιλία του απέφυγε κάτι που η πολιτική επικοινωνία θεωρεί κρίσιμο όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια επιμένει: την παραδοχή της πίεσης που νιώθουν τα νοικοκυριά.
Το «δεν σας λέω ότι δυσκολεύεστε – σας λέω ότι νικάμε» είναι ρητορική που λειτουργεί σε ένα κοινό ήδη πεπεισμένο. Σε ένα κοινό όμως που βλέπει ενοίκια, λογαριασμούς, τρόφιμα και ασφάλιστρα ως καθημερινό άγχος, το μήνυμα μπορεί να ακούγεται σαν άρνηση της πραγματικότητας. Και αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη βελτίωση δεικτών, η πολιτική εικόνα δεν ακολουθεί.
Οι δασμοί: Όταν πάγωσε η αίθουσα
Η πιο αποκαλυπτική στιγμή δεν ήταν μια ατάκα προς τους Δημοκρατικούς. Ήταν η αμηχανία που προκάλεσε η πρώτη καθαρή αναφορά στους δασμούς. Εκεί που μέχρι τότε οι Ρεπουμπλικάνοι σηκώνονταν και χειροκροτούσαν, ξαφνικά ήρθε η σιωπή.
Οι δασμοί, ειδικά μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που χτύπησε καίριες πλευρές του πλαισίου, είναι η πολιτική που χωρίζει την παράταξή του στα δύο: ιδεολογικά (παραδοσιακό free trade vs «εθνικός προστατευτισμός») αλλά και εκλογικά (φόβος ότι το κόστος θα περάσει στις τιμές, άρα στον ψηφοφόρο).
Ο Τραμπ προσπάθησε να κάνει τρία πράγματα ταυτόχρονα:
- να παρουσιάσει την απόφαση ως «εμπόδιο», όχι ως ήττα,
- να υποσχεθεί ότι θα βρει «εναλλακτικές νομικές βάσεις» ώστε οι δασμοί να μείνουν,
- να πάει ακόμη πιο πέρα, ισχυριζόμενος ότι μπορούν να «αντικαταστήσουν» τον φόρο εισοδήματος.
Το τρίτο ήταν και η στιγμή που του έδωσε πίσω ένα μέρος του χειροκροτήματος: επειδή άγγιξε το πιο απλό πολιτικό αντανακλαστικό: «λιγότεροι φόροι». Το ερώτημα είναι αν μια τέτοια υπόσχεση θα λειτουργήσει ως πολιτικό «καρότο» ή θα γυρίσει μπούμερανγκ ως υπερβολή, τη στιγμή που ήδη υπάρχει δυσπιστία για τις οικονομικές αφηγήσεις του.
Μετανάστευση: το δυνατό χαρτί που απέκτησε ρωγμές
Αν οι δασμοί είναι το σημείο αμηχανίας, η μετανάστευση είναι το πεδίο όπου ο Τραμπ βρίσκει ακόμη ρυθμό. Η ομιλία του ήταν «γραμμένη» για να ξαναπάρει την πρωτοβουλία: έπλεξε εγκλήματα, φαιντανύλη, «ασφαλή σύνορα», κάλεσε τους Δημοκρατικούς να χειροκροτήσουν και τους κατηγόρησε ότι «θέλουν να ανοίξουν τα σύνορα».
Αλλά υπάρχει ένας πολιτικός λεκές που δεν έσβησε – ούτε καν αναφέρθηκε: οι αντιδράσεις μετά τα αιματηρά επεισόδια στη Μινεάπολη και οι καταγγελίες για υπερβολές στις επιχειρήσεις επιβολής. Όταν ένα πεδίο πολιτικής που ήταν «πλεονέκτημα» γίνεται αιτία αμφιβολίας για μετριοπαθείς και ανεξάρτητους, τότε η ένταση στη ρητορική μπορεί να συσπειρώνει, αλλά όχι απαραίτητα να διευρύνει.
Εκεί εντάχθηκαν και οι σκηνές μέσα στην αίθουσα: αποχωρήσεις, φωνές, η Ιλχάν Ομάρ να τον αποκαλεί ψεύτη, η πόλωση να γίνεται εικόνα. Για τον Τραμπ, όμως, αυτό δεν είναι παράπλευρη απώλεια. Είναι μέρος της στρατηγικής: «εμείς ή αυτοί».
Εκλογές και «Save America Act»
Ο Τραμπ ζήτησε να περάσει το Save America Act με απαίτηση απόδειξης ιθαγένειας για εγγραφή στους καταλόγους. Το πλαισίωσε ως αντίδοτο σε «εκτεταμένη νοθεία» και κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι αντιστέκονται «επειδή θέλουν να κλέψουν». Οι Δημοκρατικοί απαντούν ότι τέτοιες ρυθμίσεις μπορούν να αποκλείσουν νόμιμους ψηφοφόρους (π.χ. όσους έχουν αλλάξει όνομα).
Πολιτικά, το μήνυμα είναι διπλό: αφενός στήνει το πλαίσιο για την κάλπη του 2026, αφετέρου προετοιμάζει –προληπτικά– αφήγημα αμφισβήτησης, αν το αποτέλεσμα δεν του αρέσει. Είναι μια επιλογή που ενώνει τη βάση του, αλλά απειλεί να δηλητηριάσει ακόμη περισσότερο το κλίμα.
Εξωτερική πολιτική: Ιράν, αλλά χωρίς «δέσμευση»
Παρά τη συζήτηση για ενδεχόμενο νέου πλήγματος στο Ιράν, ο Τραμπ κράτησε την ομιλία του σε «διπλωματική προτίμηση» και σε μια κόκκινη γραμμή: «ποτέ πυρηνικό όπλο». Δεν έκανε το βήμα της δημόσιας αιτιολόγησης μιας μεγάλης κλιμάκωσης.
Αυτό δεν είναι αδυναμία· είναι επιλογή. Η ομιλία ήταν για το εσωτερικό ακροατήριο, όχι για να δεσμεύσει τον ίδιο σε μια δύσκολη απόφαση.
Πατριωτισμός και συγκίνηση
Το πιο έξυπνο –και ταυτόχρονα πιο κλασικό– στοιχείο ήταν ο πατριωτικός καμβάς: τα 250 χρόνια, οι ήρωες, οι έπαινοι, το εθνικό αφήγημα. Οι επίσημοι καλεσμένοι (η χήρα του Τσάρλι Κερκ και η ομάδα χόκεϊ) δεν ήταν απλώς «στιγμές συγκίνησης». Ήταν πολιτικά σκηνικά: υπενθύμιση ότι ο Τραμπ δεν πουλά μόνο πολιτική· πουλά ταυτότητα.
Το στοίχημα είναι σαφές: αν η καθημερινότητα δεν «ψηφίζει» τα στατιστικά, τότε θα ψηφίσει το συναίσθημα. Και αν ο άνεμος φυσά κόντρα, ο Τραμπ επιλέγει να σηκώσει σημαία – όχι να αλλάξει ρότα.
Αυτό το State of the Union δεν ήταν πρόγραμμα διακυβέρνησης. Ήταν εκστρατεία. Ο Τραμπ κατέθεσε μια ερμηνεία της πραγματικότητας με το βλέμμα στις ενδιάμεσες εκλογές: «η Αμερική κερδίζει, οι άλλοι σαμποτάρουν, και μόνο εγώ μπορώ να συνεχίσω».
Οι κάλπες του Νοεμβρίου θα μετρήσουν το κατά πόσο έπεισε.
(από την εφημερίδα «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»)