Αυτή η στρατηγική συμβολή οδήγησε στη Μεταρρύθμιση του 1943 και στο μοντέλο 50/50, το οποίο επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα παγκόσμια διακυβέρνηση υδρογονανθράκων. Σήμερα, όμως, αυτή η ιστορική κληρονομιά έρχεται σε έντονη αντίθεση με μια πραγματικότητα όπου η γεωλογία δεν αρκεί και η διπλωματία αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο.
Από την Ιστορική Ισχύ στη Θεσμική Πρόκληση
Παρά το τεράστιο υπόγειο δυναμικό της, η Βενεζουέλα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη αλήθεια: τα επίσημα αποθέματά της δεν αντανακλούν την πραγματική της παραγωγική ικανότητα. Η εντυπωσιακή αύξηση των δηλωμένων αποθεμάτων από περίπου 80 δισ. βαρέλια το 2005 σε πάνω από 303 δισ. το 2015 δεν οφείλεται σε νέες γεωτρήσεις, τεχνολογικές ανακαλύψεις ή αναπτυξιακή δραστηριότητα. Ήταν μια διοικητική αναταξινόμηση των βαρέων ποιοτήτων (Heavy‑Oil) της Orinoco Belt. Μια απόφαση που, υπό αυστηρά κριτήρια PRMS ή SEC, θα κατέτασσε το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ποσοτήτων ως contingent resources (ενδεχόμενους πόρους) και όχι ως 1P (αποδεδειγμένα αποθέματα).
Η γεωλογία δεν αμφισβητείται διότι τα βαρέλια υπάρχουν και είναι τεχνικά ανακτήσιμα. Όμως χωρίς σταθερούς δημοσιονομικούς όρους, λειτουργικές υποδομές, άρση κυρώσεων και αξιόπιστα σχέδια ανάπτυξης, δεν μπορούν να καταγραφούν ως 1P. Στην καλύτερη περίπτωση, ένα ουσιαστικό υποσύνολο θα μπορούσε να θεωρηθεί 2P (αποδεδειγμένα + πιθανά αποθέματα), εφόσον επιστρέψουν οι υπηρεσιακές εταιρείες, σταθεροποιηθούν οι επενδύσεις και επικρατήσουν μέσο-κυκλικές τιμές πετρελαίου. Αλλά το υπόλοιπο παραμένει contingent.
Η γεωλογία των βαρέων πετρελαίων και τα δομικά κόστη
Η γεωλογική ζώνη του Orinoco συχνά συγκρίνεται με τις καναδικές oil sands της Alberta. Και οι δύο περιοχές διαθέτουν τεράστιες ποσότητες υδρογονανθράκων μεγάλου ιξώδους, και ασφάλτου. Η Alberta είναι μάλιστα γεωλογικά πλουσιότερη σε oil‑in‑place· η διαφορά είναι ότι ο Καναδάς εφαρμόζει αυστηρότερες ταξινομήσεις, κρατώντας τις επίσημες εκτιμήσεις συντηρητικές.
Το πρόβλημα της Βενεζουέλας δεν είναι το μέγεθος του πόρου αλλά η φύση του: το υπερβαρύ πετρέλαιο δεν ρέει χωρίς θέρμανση ή αραίωση, οι συντελεστές ανάκτησης παραμένουν χαμηλοί, οι θερμικές απώλειες υψηλές και τα thin sands (λεπτά αμμώδη στρώματα) που αποτελούν μεγάλο μέρος του ανεκμετάλλευτου αποθέματος, είναι τεχνικά απαιτητικά και ακριβά. Αυτοί οι περιορισμοί είναι δομικοί και καμία πολιτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αλλάξει τη φυσική του ιξώδους ή τα μηχανικά όρια των ταμιευτήρων.
Ακόμη και υπό ευνοϊκές συνθήκες, το βενεζουελινό υπερβαρύ πετρέλαιο παραμένει ακριβό. Τα οριακά κόστη παραγωγής κυμαίνονται μεταξύ 45 και 70 δολαρίων ανά βαρέλι, ενώ αυτά των υπεράκτιων βαθέων υδάτων απαιτούν 55–75. Αυτά τα κόστη περιλαμβάνουν όχι μόνο γεωτρήσεις αλλά και θέρμανση, χημικά αραιωτικά, εργασίες διύλισης και εκτεταμένη αναβάθμιση χωρητικότητας. Αντίθετα, η Σαουδική Αραβία, το Τέξας και η Guyana παράγουν ελαφρύ, ελεύθερα ρέον πετρέλαιο με πολύ χαμηλότερο κόστος.
Οι κυρώσεις επιδεινώνουν περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Ιστορικά, το βενεζουελινό πετρέλαιο διαπραγματευόταν με έκπτωση 15–25 δολάρια έναντι του Brent, ώστε να αντισταθμιστούν οι κανονιστικές επιβαρύνσεις και οι δυσκολίες μεταφοράς. Ένα έργο που θα ήταν βιώσιμο στα 55 δολάρια γίνεται ασύμφορο όταν προστεθεί τέτοια έκπτωση.
Εμπόδια και η νέα εξίσωση της Βόρειας Αμερικής
Η παραγωγική ιστορία της Βενεζουέλας αποτυπώνει το βάθος της δομικής παρακμής. Από κορύφωση άνω των 3 εκατ. βαρελιών/ημέρα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η παραγωγή έχει πέσει στις 800.000–1.100.000 τα τελευταία χρόνια. Η κατάρρευση αυτή αντικατοπτρίζει χρόνια υποεπένδυση, φθορά γεωτρήσεων και αγωγών, ελλείψεις ηλεκτρισμού και νερού, μαζική φυγή εξειδικευμένου προσωπικού, αποχώρηση μεγάλων εταιρειών παροχής υπηρεσιών και τον ευρύ αντίκτυπο των αμερικανικών κυρώσεων.
Η αντιστροφή αυτής της πορείας απαιτεί πάνω από 100 δισ. δολάρια για την αναβάθμιση του upstream, του midstream και των υποδομών, ενώ μόνο για την επανενεργοποίηση 500.000–1.000.000 βαρελιών/ημέρα χρειάζονται 10–20 δισ. δολάρια άμεσης επένδυσης. Πάνω από 25.000 ανενεργές γεωτρήσεις πρέπει να αξιολογηθούν πριν από οποιαδήποτε επανεκκίνηση, ένας πακτωλός για τις εταιρείες παροχής εξιδεικευμένων υπηρεσιών.
Περαιτέρω περιπλέκει την κατάσταση το εξωτερικό χρέος της χώρας, περίπου 190 δισ. δολάρια, συμπεριλαμβανομένης αποζημίωσης 10 δισ. προς την ConocoPhillips μετά τις εθνικοποιήσεις του 2007. Χωρίς αξιόπιστο νομικό μηχανισμό επίλυσης αυτών των υποχρεώσεων, οι μεγάλες διεθνείς εταιρείες δύσκολα θα δεσμεύσουν νέο κεφάλαιο.
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα: ο Καναδάς, οι ΗΠΑ και η επιστροφή του Merey
Για μια δεκαετία, το καναδικό WCS απολάμβανε μονοπωλιακή πρόσβαση στα διυλιστήρια του U.S. Gulf Coast λόγω των κυρώσεων. Αυτό το πλεονέκτημα εξαφανίστηκε μέσα σε 48 ώρες από την αλλαγή της πολιτικής της Ουάσιγκτον, με αποτέλεσμα οι αμερικανικοί κόμβοι διύλισης να ελπίζουν ξανά σε πρόσβαση σε φθηνότερο και εγγύτερο αργό. Πολλά διυλιστήρια είχαν σχεδιαστεί ιστορικά για βενεζουελινό αργό και μπορούν να μεταβούν από το καναδικό δείκτη WCS σε Merey σχεδόν άμεσα. Η εξέλιξη αυτή αναδιαμορφώνει την αγορά και ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των ΗΠΑ, ενώ πιέζει τον Καναδά, ο οποίος βλέπει το spread WCS–WTI να διευρύνεται και τον Trans Mountain να λειτουργεί περισσότερο ως γραμμή επιβίωσης προς την Ασία παρά ως μοχλός ανάπτυξης. Σε αυτό το περιφερειακό πλαίσιο, η Κολομβία παραμένει ένας σταθερός αλλά δευτερεύων προμηθευτής για τις ΗΠΑ. Δεν αποτελεί στρατηγικό παράγοντα στην αγορά αργού, πέρα από τον περιορισμένο ρόλο της ως μικρός εισαγωγέας αμερικανικού LNG και υγροποιημένων καυσίμων.
Σε πλήρη αντίθεση με τη βενεζουελινή στασιμότητα, η Guyana αναδύεται ως το πιο δυναμικό offshore hub του Δυτικού Ημισφαιρίου, με δισεκατομμύρια επιβεβαιωμένα βαρέλια, επιθετικά χρονοδιαγράμματα ανάπτυξης και σταθερό φορολογικό καθεστώς. Η ταχύτητα και η προβλεψιμότητα της Guyana αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του πού κατευθύνονται πλέον οι επενδύσεις: σε περιοχές με χαμηλότερο ρίσκο, καθαρούς κανόνες και γρήγορη εμπορευματοποίηση.
Παράλληλα, η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε έναν από τους πιο στρατηγικούς διαδρόμους φυσικού αερίου παγκοσμίως. Οι προϋπολογισμοί του 2026 σε Κύπρο, Ισραήλ, Αίγυπτο και Ελλάδα κατευθύνονται σε γεωτρήσεις αξιολόγησης, υποθαλάσσια υποδομή και επέκταση LNG δυνατοτήτων. Η Ελλάδα ενισχύει τον ρόλο της μέσω νέων LNG terminals, διεθνών διασυνδέσεων και συμμετοχής σε περιφερειακά έργα ασφάλειας εφοδιασμού, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας περιοχής που λειτουργεί πλέον ως εργαστήριο σύγχρονης ενεργειακής διπλωματίας.
Η σύγχρονη διπλωματία ως εργαλείο ενεργειακής αναγέννησης
Μέσα σε αυτό το παγκόσμιο τοπίο, η Βενεζουέλα καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση της. Η ενεργειακή της ανάκαμψη δεν είναι τεχνικό ζήτημα αλλά διπλωματικό εγχείρημα. Απαιτεί θεσμική αξιοπιστία, διεθνή επανένταξη, πρόσβαση σε κεφάλαια και ικανότητα συνεργασίας με περιφερειακούς και παγκόσμιους παίκτες. Η σύγχρονη διπλωματία δεν αποτελεί πλέον συμπλήρωμα της ενεργειακής πολιτικής· είναι ο βασικός της μοχλός.
*Λίγα λόγια για τον κ. Γιάννη Μπασιά, ενεργειακό αναλυτή και τέως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ).
Από το 2021 συμβάλει σε δήμους της Δυτικής Μακεδονίας για την ανάπτυξη ενεργειακών και ορυκτών πόρων. Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) μέχρι το 2020 και αρθρογραφεί συχνά με τεχνικές αναλύσεις για το ενεργειακό μείγμα και τις οικονομικές προεκτάσεις.
Διαθέτει περισσότερα από 30 χρόνια διεθνούς επαγγελματικής εμπειρίας στην αξιολόγηση κοιτασμάτων, τα τεχνικά έργα, τη δημιουργία πετρελαϊκού χαρτοφυλακίου και την διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Διετέλεσε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ομίλου Georex και εργάστηκε σε θέματα υπεράκτιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Δυτική Αφρική, την Μαυριτανία, το Κανάλι της Μοζαμβίκης, το κεντρικό-νότιο Ατλαντικό. Αρχικά, ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Εργαστήριο Γεωλογίας του Εθνικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στο Παρίσι. Αποφοίτησε από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1979), είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος από το Πανεπιστήμιο Pierre et Marie Curie στο Παρίσι (1984), διοίκησης επιχειρήσεων από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Παρισιού (1989) και οικονομικών (Παρίσι, 1994). Διετέλεσε υπότροφος του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Παρίσι από το 1980 έως το 1983 και ερευνητής του Ιδρύματος Alexander von Humboldt στο Βερολίνο από το 1985 έως το 1986. Είναι συγγραφέας ή συνεργάτης σε περισσότερες από 30 δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά ή βιομηχανικά περιοδικά, συν-εκδότης 3 εκθέσεων θαλάσσιων αποστολών στον Ινδικό Ωκεανό.