την υποχώρηση και τη σταθερότητα πλέον του πληθωρισμού της Ευρωζώνης αλλά και από τις αντοχές της οικονομικής ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, όμως, την ανησυχούν έντονα η άνοδος του λαϊκισμού και η δυσκολία με την οποία κινείται η Γηραιά Ηπειρος μέσα στην παγκόσμια πολιτική κατάσταση και στην αναμέτρηση δυνάμεων.
Μιλώντας στο Bloomberg για τα πάντα από το γραφείο της στον 39ο όροφο του κτιρίου της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη, αποδίδει στην ανισότητα την άνοδο των πολιτικών άκρων και στην ολιγωρία της Ευρώπης την αδυναμία της να ορίσει την τύχη της. «Ζούμε σε έναν κόσμο πολύ πιο ασταθή και επιρρεπή σε πλήγματα και ο οποίος έχει σαφώς κατακερματιστεί μπροστά στα μάτια μας», τόνισε η κ. Λαγκάρντ τον Νοέμβριο. Η διαδικασία της διαδοχής της έχει ήδη αρχίσει, αλλά πολλά μπορεί να συμβούν μέχρις ότου εγκαταλείψει την ΕΚΤ το επόμενο έτος. Η κ. Λαγκάρντ, που σημειωτέον έκλεισε τα 70 χρόνια της την περασμένη εβδομάδα, βλέπει πόσο θα δυσκολέψει τον διάδοχό της η αλλαγή που έχουν επιφέρει στον κόσμο ο Ντόναλντ Τραμπ και ο κύριος ανταγωνιστής των ΗΠΑ, η Κίνα. Ο Αμερικανός πρόεδρος στον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο έχει διατάξει στρατιωτικές επιθέσεις σε επτά χώρες και έχει ανατρέψει τα πάντα στο διεθνές εμπόριο προς όφελος της Αμερικής. Η Κίνα επιδιώκει επίσης επιθετικά να επεκτείνει την οικονομική επιρροή της ανά τον κόσμο. Και όσο κι αν προσπαθεί η Ε.Ε. για να αναβαθμίσει την ανταγωνιστικότητά της και την άμυνά της, παραμένει εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία και στην ασυμφωνία.
Η αδράνεια αποτελεί για την ΕΚΤ απειλή για τις εταιρικές επενδύσεις και τις καταναλωτικές δαπάνες, εγκυμονεί κίνδυνο νέας επιτάχυνσης του πληθωρισμού.
Η αδράνεια αποτελεί για την ΕΚΤ απειλή για τις εταιρικές επενδύσεις και τις καταναλωτικές δαπάνες, εγκυμονεί κίνδυνο νέας επιτάχυνσης του πληθωρισμού που τόσο δύσκολα έχει επιτευχθεί η σταθεροποίησή του στο 2%. Αισθανόμενη πόσο επείγουσα είναι η κατάσταση, η Λαγκάρντ έχει καταβάλει προσπάθειες για να επισπευσθούν οι αλλαγές, να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, να επιταχυνθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων αλλά και να επιτευχθούν ευκολότερα η ομοφωνία και η ενότητα. «Στη διάρκεια του περασμένου έτους καλλιεργήθηκε μια τάση για επίσπευση και αυτό το προκάλεσε ο πρόεδρος Τραμπ, οπότε ας τον ευχαριστήσουμε», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή της και προσέθεσε τότε πως «η Ευρώπη αρχίζει να διδάσκεται, αλλά το αν διδάσκεται αρκετά γρήγορα θα το δείξει το μέλλον». Υπόσχεται πως θα εξακολουθήσει να διαμορφώνει το μέλλον της Ευρώπης μέχρι τον Οκτώβριο του 2027, οπότε λήγει η θητεία της στην ΕΚΤ. Και σκοπεύει να μην αποχωρήσει νωρίτερα παρά τα όσα φημολογήθηκαν περί πρόωρης αποχώρησής της από την ΕΚΤ προκειμένου να αναλάβει επικεφαλής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ.
«Δεν είμαι από αυτούς που εγκαταλείπουν», δηλώνει και εξηγεί πως «όταν έχεις αναλάβει μια αποστολή πρέπει να τη φέρεις εις πέρας». Ομολογεί, πάντως, πως ο ρόλος της στην ΕΚΤ της πήρε περισσότερο χρόνο από όσο περίμενε. «Είχα την εντύπωση πως η θητεία ήταν πενταετής», τονίζει και προσθέτει πως αν το ήξερε από την αρχή πως θα δεσμευόταν για οκτώ χρόνια, θα το είχε σκεφθεί πολύ περισσότερο. Δεν παραλείπει να αναφερθεί στο πόσο απειλείται η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών εξαιτίας των επιθέσεων που έχει εξαπολύσει κατά καιρούς ο πρόεδρος Τραμπ κατά του απερχόμενου προέδρου της Federal Reserve, Ζερόμ Πάουελ. Τονίζει πως είναι πολύτιμη η αυτονομία της ΕΚΤ και τονίζει πως ουδέποτε δέχθηκε «κάποιο τηλεφώνημα από οποιονδήποτε πολιτικό ηγέτη της Ευρώπης, καθώς γνωρίζουν όλοι πως δεν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο» εφόσον η ανεξαρτησία της ΕΚΤ είναι θεσμοθετημένη στη συνθήκη της Ευρωζώνης. Σε ό,τι αφορά, όμως, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία ή άλλες χώρες εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσον είναι εξίσου κατοχυρωμένη θεσμικά και νομικά η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών τους.
Ερωτώμενη, τέλος, αν ενδιαφέρεται να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή της Γαλλίας και να συμμετάσχει ως υποψήφια στις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν σε 15 μήνες, δηλώνει πως μάλλον δεν την ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, αλλά δεν αρνείται πως την απασχολούν ο διχασμός στη Γαλλία, οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ πλουσίων και φτωχών, και η διαφαινόμενη νίκη του κόμματος της Λεπέν.
Από την Καθημερινή