Προέδρου Νικολάς Μαδούρο, προκειμένου να δικαστεί για διακίνηση ναρκωτικών και άλλα συναφή αδικήματα. Χωρίς περιστροφές, ο Τραμπ εξήγησε σε συνέντευξη Τύπου ότι οι ΗΠΑ, μέσω των εταιρειών τους, επιθυμούν να εκμεταλλευτούν τα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας.
Μπορεί ο άμεσος πολιτικός στόχος της επιχείρησης να ήταν η αλλαγή καθεστώτος και η ανάδειξη μιας κυβέρνησης φιλικής προς την Ουάσιγκτον, ωστόσο ο βαθύτερος και στρατηγικός σκοπός δεν είναι άλλος από την επιστροφή των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών που εκδιώχθηκαν άγαρμπα από την κυβέρνηση Τσάβες στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με κατάσχεση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων και χωρίς καμία αποζημίωση.
Εξάλλου η ενεργειακή κυριαρχία σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελεί κεντρικό στόχο της κυβέρνησης Τραμπ. Δεν είναι τυχαίο ότι για την υλοποίησή της έχει συσταθεί ειδική Επιτροπή Ενεργειακής Κυριαρχίας υπό την προεδρία του Doug Burgum, ο οποίος μάλιστα επισκέφθηκε δύο φορές την Ελλάδα το τελευταίο τετράμηνο. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στη Βενεζουέλα ήταν προδιαγεγραμμένη εδώ και καιρό. Η χώρα της Λατινικής Αμερικής αποτελεί κρίσιμο κομμάτι στο παγκόσμιο ενεργειακό παζλ και, από τη σκοπιά της Ουάσιγκτον, δεν μπορούσε να παραμείνει εκτός ελέγχου σε μια περίοδο έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Η σημασία της Βενεζουέλας αποτυπώνεται πρωτίστως στο μέγεθος των αποθεμάτων της. Διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα υδρογονανθράκων παγκοσμίως, τα οποία εκτιμώνται σε περίπου 303 δισ. βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου, αντιπροσωπεύοντας το 17,5% των παγκόσμιων αποθεμάτων (Εικόνα 1).
Παρά το εντυπωσιακό αυτό μέγεθος, η χώρα έχει οδηγηθεί σε δραματική κατάρρευση της παραγωγής. Η χρόνια κακοδιαχείριση του πετρελαϊκού τομέα από τις κυβερνήσεις των τελευταίων είκοσι ετών, οι πολιτικές παρεμβάσεις, η διαφθορά και οι κυρώσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής κατά περίπου 80% (Εικόνα 2). Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Βενεζουέλα παρήγαγε περί τα 4,0 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ σήμερα η παραγωγή έχει περιοριστεί σε περίπου 860 χιλιάδες βαρέλια την ημέρα, με εξαγωγές της τάξης των 670 χιλιάδων βαρελιών (στοιχεία ΙΕΑ, Νοέμβριος 2025). Το σημερινό επίπεδο αντιστοιχεί σε λίγο λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής.



Ωστόσο, η αξιοποίηση των αποθεμάτων της Βενεζουέλας δεν είναι μια απλή υπόθεση. Το πετρέλαιο της χώρας θεωρείται ιδιαίτερα βαρύ και όξινο, γεγονός που το καθιστά δύσκολο τόσο στην εξόρυξη όσο και στη διύλιση. Απαιτείται ειδικός εξοπλισμός, προηγμένη τεχνογνωσία και υψηλό κόστος επεξεργασίας. Τα περισσότερα κοιτάσματα ανακαλύφθηκαν και αναπτύχθηκαν την περίοδο 1940-1960 από αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες διέθεταν την απαραίτητη τεχνολογία. Για δεκαετίες η Βενεζουέλα συγκαταλεγόταν στους κορυφαίους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του OPEC, μαζί με τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Κουβέιτ και το Ιράν.
Η επιστροφή των αμερικανικών εταιρειών που εκδιώχθηκαν, κυρίως της ExxonMobil και της ConocoPhillips, δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε άμεση. Οι εταιρείες αυτές διεκδικούν αποζημιώσεις ύψους περίπου 10 δισ. δολαρίων για τη δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων από την κυβέρνηση Τσάβες. Πριν ανοίξει ξανά ο δρόμος για μεγάλες επενδύσεις, θα πρέπει να υπάρξει πολιτική σταθερότητα και να αναλάβει την εξουσία μια κυβέρνηση με ευρεία λαϊκή αποδοχή, ικανή να εγγυηθεί ασφάλεια δικαίου και μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Μόνο τότε θα μπορέσουν να επιστρέψουν όχι μόνο αμερικανικές αλλά και ευρωπαϊκές εταιρείες, όπως η Repsol και η Eni.
Σήμερα, η μοναδική αμερικανική εταιρεία που παραμένει ενεργή στη Βενεζουέλα είναι η Chevron, η οποία λειτουργεί υπό ειδικό καθεστώς εξαίρεσης από τις κυρώσεις και εξάγει περίπου 135.000 βαρέλια ημερησίως προς τις ΗΠΑ. Η παρουσία της Chevron λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ του παρελθόντος και ενός πιθανού νέου ενεργειακού μέλλοντος για τη χώρα.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση διαδραματίζει η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA. Παρά το γεγονός ότι αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, έχει αποδυναμωθεί σοβαρά σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνογνωσία μετά τη μεγάλη απεργία του 2002-2003 και την αποχώρηση χιλιάδων έμπειρων στελεχών. Ταυτόχρονα, λειτουργεί ως «μηχανή μετρητών» για τη στρατιωτική ηγεσία και το παρακράτος. Η αντιπολίτευση έχει δεσμευτεί ότι, εφόσον αναλάβει την εξουσία, θα διαλύσει την PDVSA και θα εκχωρήσει τις δραστηριότητές της στον ιδιωτικό τομέα μέσω μακροπρόθεσμων συμβολαίων.
Παρά τις θεσμικές και διοικητικές δυσκολίες, Αμερικανοί αναλυτές του ενεργειακού κλάδου εκτιμούν ότι με την αλλαγή καθεστώτος θα μπορούσε να επιτευχθεί σχετικά γρήγορα, εντός λίγων μηνών, αύξηση της παραγωγής κατά 500.000 βαρέλια ημερησίως. Παράλληλα, οι εξαγωγές αργού προς τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να φθάσουν ακόμη και το 1,0 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια της αμερικανικής αγοράς.
Ωστόσο, οι ίδιες οι αμερικανικές πετρελαϊκές εμφανίζονται επιφυλακτικές. Όπως δήλωσε ο CEO της ExxonMobil, Darren Woods, οι εταιρείες δεν βιάζονται να επιστρέψουν στη Βενεζουέλα, καθώς διαθέτουν πολλά άλλα έργα διεθνώς που αυτή την περίοδο έχουν προτεραιότητα. Το μήνυμα είναι σαφές: το πετρέλαιο της Βενεζουέλας αποτελεί στρατηγικό στόχο, αλλά η εκμετάλλευσή του θα απαιτήσει χρόνο, σταθερότητα και προσεκτικούς χειρισμούς. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσφατη επέμβαση των ΗΠΑ επιβεβαιώνει ότι, πίσω από τα μεγάλα λόγια περί δημοκρατίας και δικαιοσύνης, το πετρέλαιο παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας στη γεωπολιτική σκακιέρα.
Η υπόθεση της Βενεζουέλας αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο ότι, παρά τη ρητορική περί «πράσινης μετάβασης» και απανθρακοποίησης, το πετρέλαιο εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο της παγκόσμιας ισχύος. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρόσβαση σε μεγάλα και στρατηγικά αποθέματα υδρογονανθράκων δεν αφορά μόνο την κάλυψη εγχώριων ενεργειακών αναγκών, αλλά και τη δυνατότητα ελέγχου αγορών, τιμών και γεωπολιτικών συσχετισμών. Σε μια εποχή όπου η Κίνα και η Ρωσία επιχειρούν να ενισχύσουν την επιρροή τους στη Λατινική Αμερική, η Βενεζουέλα δεν θα μπορούσε να παραμείνει εκτός του αμερικανικού στρατηγικού σχεδιασμού.
Τα τελευταία χρόνια, το Καράκας είχε στραφεί έντονα προς τη Μόσχα και το Πεκίνο, τόσο για χρηματοδότηση όσο και για τεχνική υποστήριξη στον ενεργειακό τομέα. Ρωσικές και κινεζικές εταιρείες απέκτησαν πρόσβαση σε κοιτάσματα και έργα υποδομών, καλύπτοντας εν μέρει το κενό που άφησαν οι δυτικές εταιρείες μετά τις εθνικοποιήσεις. Από την οπτική της Ουάσιγκτον, αυτή η εξέλιξη συνιστούσε διπλή απειλή: αφενός απώλεια ελέγχου σε κρίσιμους ενεργειακούς πόρους, αφετέρου ενίσχυση των γεωπολιτικών αντιπάλων της σε μια περιοχή που παραδοσιακά θεωρείται «αυλή» των ΗΠΑ.
Η αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα, επομένως, δεν εντάσσεται μόνο σε μια διμερή διαμάχη ΗΠΑ–Καράκας, αλλά σε μια ευρύτερη αναμέτρηση μεγάλων δυνάμεων. Ο έλεγχος της παραγωγής και των εξαγωγών της χώρας μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις διεθνείς τιμές πετρελαίου, ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης στη Μέση Ανατολή ή διαταραχών σε άλλες πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές. Η δυνατότητα αύξησης της προσφοράς κατά 1–1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα αποτελεί σημαντικό «όπλο» στη φαρέτρα της ενεργειακής διπλωματίας των ΗΠΑ.
Παράλληλα, η περίπτωση της Βενεζουέλας λειτουργεί και ως προειδοποίηση προς άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες που επιλέγουν μονομερείς εθνικοποιήσεις και συγκρουσιακές πολιτικές απέναντι στις διεθνείς αγορές. Το μήνυμα είναι ότι η ενεργειακή απομόνωση, σε συνδυασμό με θεσμική αποσύνθεση, οδηγεί τελικά σε οικονομική κατάρρευση και απώλεια κυριαρχίας, αντί για ενίσχυσή της.
Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και αν οι αμερικανικές εταιρείες δεν επιστρέψουν άμεσα, η πολιτική αλλαγή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια σταδιακή επανένταξη της Βενεζουέλας στο διεθνές ενεργειακό σύστημα με όρους αγοράς. Το πετρέλαιο παραμένει ο καταλύτης των εξελίξεων, ο κοινός παρονομαστής που συνδέει την οικονομία, τη γεωπολιτική και την ασφάλεια. Και όπως αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά, όποιος ελέγχει το πετρέλαιο, εξακολουθεί να ελέγχει σε μεγάλο βαθμό και τους κανόνες του παιχνιδιού στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος.