Αυτή η συνάντηση πραγματοποιείται στην πλέον ενδεδειγμένη χρονική στιγμή, τα θέματα της ενέργειας κυριαρχούν στην πολιτική ατζέντα της Ένωσης. Το Συμβούλιο δεν έχει απλώς διαδικαστικό χαρακτήρα για την ελληνική πλευρά, καθώς οι εργασίες του συνδέονται ευθέως με τα προβλήματα που απασχολούν την εγχώρια αγορά ενέργειας, ήτοι, την επάρκεια και ανθεκτικότητα των δικτύων, τη δυνατότητα απορρόφησης της αυξανόμενης παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αλλά και τη συγκράτηση του κόστους της ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το Συμβούλιο αναμένεται να καταλήξει σε μια γενική προσέγγιση για τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (Connecting Europe Facility – CEF) που αφορά στην περίοδο 2028-2034. Το πρόγραμμα αποτελεί βασικό εργαλείο χρηματοδότησης της Ε.Ε. για την κατασκευή έργων υποδομής στις μεταφορές, την ενέργεια και τα ψηφιακά δίκτυα, με ιδιαίτερη έμφαση στα διασυνοριακά έργα.
Για την Ελλάδα, ο εν λόγω μηχανισμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το ηλεκτρικό της δίκτυο δέχεται έντονη πίεση. Η επιτάχυνση της διείσδυσης των ΑΠΕ, ιδίως των φωτοβολταϊκών και των αιολικών, έχει καταδείξει τα όρια του υφιστάμενου συστήματος μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, που έχει ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις σε νέες συνδέσεις και αυξημένο κόστος εξισορρόπησης. Η πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους θεωρείται ζωτικής σημασίας για την επιτάχυνση των επενδύσεων σε νέες γραμμές, υποσταθμούς, έργα αποθήκευσης και «έξυπνα» δίκτυα.
Ιδίως η προώθηση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, μετά το 2027, προσφέρει τη δυνατότητα χρηματοδότησης Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI), στα οποία η Ελλάδα διεκδικεί ενεργό ρόλο, τόσο ως χώρα παραγωγής καθαρής ενέργειας όσο και ως διαμετακομιστικός κόμβος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το πακέτο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Δίκτυα (Grids Package), που παρουσιάστηκε την περασμένη Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου και το οποίο αποτυπώνονται οι πρωτοβουλίες που έγιναν από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης, τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να αναδειχτεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το πρόβλημα της έλλειψης επαρκών δικτύων που θα χρειάζονται για να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι στόχοι για την πράσινη μετάβαση.
Ωστόσο, οι επενδύσεις αυτές έχουν κόστος, το οποίο σε μεγάλο βαθμό μετακυλίεται στα ρυθμιζόμενα τιμολόγια δικτύου. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξασφάλιση ευρωπαϊκών πόρων μέσω του «Grids Package», θεωρείται απολύτως αναγκαία προϋπόθεση ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση των τελικών καταναλωτών και να αποφευχθούν νέες πιέσεις στους λογαριασμούς ρεύματος.
Τα φαινόμενα συμφόρησης των δικτύων λειτουργούν αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ, καθώς ώριμα έργα αδυνατούν να συνδεθούν στο δίκτυο. Αυτό περιορίζει τον ανταγωνισμό στην παραγωγή και, μακροπρόθεσμα, τη δυνατότητα αποκλιμάκωσης των τιμών.
Ιδίως στην ελληνική αγορά ενέργειας, το κενό μεταξύ παραγωγικής δυναμικότητας ΑΠΕ και δικτύων μεταφοράς και διανομής έχει μετατραπεί σε δομικό πρόβλημα. Για αυτό το λόγο η κυβέρνηση επιδιώκει να επισπεύσει τις καταστάσεις στις Βρυξέλες, προκειμένου να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους αλλά και την αναγκαία ευελιξία στους κανόνες, ώστε να «τρέξουν» οι επενδύσεις και να μετριαστούν οι στρεβλώσεις στην αγορά χονδρικής στον ηλεκτρισμό (δείτε τί έγραψε το Σάββατο το energia.gr εδώ)
Η ενίσχυση των δικτύων αποτελεί προϋπόθεση για να μετακυλιστούν οι χαμηλότερες τιμές των ΑΠΕ στους τελικούς καταναλωτές, και να μειωθούν οι έντονες διακυμάνσεις που παρατηρούνται στη χονδρεμπορική αγορά. Ταυτόχρονα, διευκολύνει την ηλεκτροδότηση της βιομηχανίας και των μεταφορών, στοιχείο καθοριστικό για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Για τους προμηθευτές ρεύματος, το πρόβλημα των δικτύων μεταφράζεται σε αυξημένη αβεβαιότητα και περιορισμένη δυνατότητα προσφοράς πιο σταθερών και ανταγωνιστικών τιμολογίων. Η αδυναμία πλήρους αξιοποίησης της φθηνότερης παραγωγής από ΑΠΕ σημαίνει ότι το κόστος συνεχίζει να επηρεάζεται δυσανάλογα από τις μονάδες φυσικού αερίου, ιδίως στις ώρες αιχμής.
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκονται ο ΑΔΜΗΕ και ο ΔΕΔΔΗΕ, οι δύο βασικοί διαχειριστές των ηλεκτρικών δικτύων. Ο ΑΔΜΗΕ καλείται να υλοποιήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επενδύσεων σε νέες γραμμές μεταφοράς, διεθνείς και νησιωτικές διασυνδέσεις, αλλά και υποδομές που θα επιτρέψουν μεγαλύτερη ευελιξία στο σύστημα. Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ αντιμετωπίζει την πρόκληση της αναβάθμισης του δικτύου διανομής, ώστε να υποστηρίξει τη μαζική εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, αντλιών θερμότητας και υποδομών ηλεκτροκίνησης.
Ο επαφές με Ρούτε
Όπως προβλέπει η επίσημη ατζέντα, οι Υπουργοί Ενέργειας θα ανταλλάξουν απόψεις και με τον γγ του ΝΑΤΟ, Μάρκ Ρούτε, όσον αφορά στη διασύνδεση της ενέργειας με τα θέματα ασφαλείας. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα, που διαθέτουν στρατηγικές υποδομές, όπως τερματικούς σταθμούς LNG, χερσαίους αγωγούς και ηλεκτρικές διασυνδέσεις.
Και αυτό, επειδή η ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών αποτελεί πλέον βασική παράμετρο της ευρύτερης ενεργειακής πολιτικής. Για την ελληνική αγορά, η διασύνδεση της ενέργειας με την ασφάλεια ενισχύει το επιχείρημα για πρόσθετες επενδύσεις και ευρωπαϊκή στήριξη.
Στο πλαίσιο του Συμβουλίου, ο κ. Παπασταύρου αναμένεται να ενημερώσει τους ομολόγους του για τις ενεργειακές συμφωνίες που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της Συνόδου για τη Διατλαντική Συνεργασία στην Ενέργεια που φιλοξένησε η Ελλάδα τον Νοέμβριο, καθώς και για τις επιμέρους συμφωνίες με την Ουκρανία.
Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει και στις έρευνες υδρογονανθράκων, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής που επιδιώκει να διατηρήσει ανοικτές όλες τις επιλογές ενεργειακής ασφάλειας. Κεντρικός άξονας παραμένει ο ενισχυμένος ρόλος της χώρας ως πύλης εισόδου μη ρωσικού φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.
Για την ελληνική αγορά ενέργειας, αυτή η προοπτική δεν έχει μόνο γεωπολιτική διάσταση, αλλά και άμεσες οικονομικές προεκτάσεις, καθώς ενισχύει τον ανταγωνισμό στην αγορά φυσικού αερίου, διαφοροποιεί τις πηγές εφοδιασμού και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια μελλοντική σοβαρή διολίσθηση των τιμών, σε μία περίοδο που η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει βασικό ζητούμενο για καταναλωτές και επιχειρήσεις.