Στα τέλη του φετινού Ιουλίου η μικρή ομάδα των φοιτητών έχοντας συγκεντρώσει την υποστήριξη άλλων 132 χωρών είδε τους "κόπους της να δικαιώνονται". Το Διεθνές Δικαστήριο δήλωσε πως η «κλιματική αλλαγή είναι μία "επείγουσα και υπαρξιακή απειλή"» αποσαφηνίζοντας τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών για την προστασία του κλιματικού συστήματος αλλά και τις νομικές επιπτώσεις από την αθέτησή τους.
«Πρόκειται για μία εμβληματική και ιστορική γνωμοδότηση. Αποτελεί σταθμό και έχει δύο σκέλη. Αποσαφηνίζει τις νομικές υποχρεώσεις που έχουν τα κράτη για την προστασία του κλιματικού συστήματος με βάση το διεθνές δίκαιο και τις συνέπειες από την αθέτησή τους. Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι διευκρινίζει το κανονιστικό περιεχόμενο της Συμφωνίας του Παρισιού του 2015 που είναι η σημαντικότερη σε ισχύ συμφωνία αυτή τη στιγμή κλείνοντας τελείως τη συζήτηση που γινόταν τόσα χρόνια περί εθελοντικών ή μη δεσμεύσεων. Τίποτα δεν είναι εθελοντικό», εξηγεί στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Καθηγήτρια διεθνών θεσμών στο ΕΚΠΑ και κάτοχος της έδρας UNESCO για την Κλιματική Διπλωματία, Εμμανουέλα Δούση.
Σύμφωνα με την κ. Δούση η γνωμοδότηση έχει τρία πολύ σημαντικά σημεία, το πρώτο όπως επισημαίνει, είναι ότι τα κράτη που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από την κλιματική αλλαγή, όπως το Βανουάτου πχ, λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, θα συνεχίσουν να υφίστανται νομικά ακόμη κι αν αυτό συμβεί, δεν θα χάσουν δηλαδή τα δικαιώματά τους από το διεθνές δίκαιο. Το δεύτερο, όπως τονίζει, αφορά τις ευθύνες, καθώς το Δικαστήριο «δεν δίστασε να μιλήσει για ιστορικές ευθύνες» και το τρίτο σημείο σχετίζεται με τη χρηματοδότηση όσων χωρών πλήττονται αλλά και τη βοήθεια προς αυτές. «Τη γνωμοδότηση αυτή θα την κάνουν σημαία οι χώρες που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή γιατί ακριβώς διευκρινίζει ποια είναι τα δικαιώματά τους και ποιες είναι οι υποχρεώσεις των άλλων κρατών έναντι αυτών αλλά και για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή», υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Δούση ενώ προσθέτει ότι αποτελεί μία χωριστή συμφωνία «που λειτουργεί συμπληρωματικά με τη σύμβαση πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή».
Όπως εξηγεί οι γνωμοδοτήσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου παρότι δεν είναι δεσμευτικές έχουν «μεγάλη νομική και πολιτική βαρύτητα».
«Είναι αυθεντική ερμηνεία του διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, διευκρινίζει τους κανόνες του διεθνούς δικαίου που αφορούν αυτά τα ζητούμενα ερωτήματα. Επομένως δύνανται να συμβάλουν τόσο στην εξέλιξη της διεθνούς και της εθνικής νομοθεσίας αλλά και της πρακτικής των κρατών και των διεθνών οργανισμών. Σημαντικό επίσης στη συγκεκριμένη γνωμοδότηση είναι ότι εξηγεί τον ρόλο του διεθνούς δικαίου στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, όπου μάλιστα το Δικαστήριο αναφέρει στο τέλος της γνωμοδότησης, ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια υπαρξιακή απειλή που θέτει σε κίνδυνο τη φύση και τους ανθρώπους και ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να τα λύσει όλα, αλλά μπορεί να είναι μέρος της λύσης εφόσον κράτη, κρατικοί φορείς, επιχειρήσεις, κοινωνία των πολιτών, δουλέψουν όλοι μαζί γι' αυτό», υπογραμμίζει η κ. Δούση ενώ προσθέτει ότι ταυτόχρονα η γνωμοδότηση υπενθυμίζει ότι υπάρχουν μία σειρά από άλλες υποχρεώσεις, συμβατικές και εθιμικές που δεσμεύουν τα κράτη για την προστασία του κλιματικού συστήματος.
Τι σημαίνει η γνωμοδότηση για τα ρυπογόνα κράτη
Τον δρόμο για διακρατικές προσφυγές σε όσα κράτη αθετούν τις υποχρεώσεις τους με βάση τη Συμφωνία του Παρισίου ανοίγει η πρόσφατη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου. Όπως εξηγεί η κ. Δούση, η εξέλιξη αυτή ξεκαθαρίζει ουσιαστικά στα κράτη «ότι εάν δεν ακολουθούν αυτά που λέει, τις υποχρεώσεις τους δηλαδή με βάση τη Συμφωνία του Παρισιού μπορεί να ανοίξει και ο δρόμος για προσφυγές». «Θα δούμε εξελίξεις και είμαι σίγουρη γι' αυτό στα εθνικά δικαστήρια», σημειώνει.
Για παράδειγμα, όπως τονίζει, η Κίνα παρότι κατέχει τα ηνία στην τεχνολογία για την πράσινη μετάβαση θα πρέπει κι εκείνη να ευθυγραμμίσει τις ενέργειές της.
«Ναι μεν είναι πολύ μπροστά στην πράσινη τεχνολογία κι επενδύει σε αυτό, θα πρέπει να σταματήσει την παραγωγή ορυκτών καυσίμων όπου βέβαια λόγω της αρχής της κοινής αλλά διαφοροποιημένης ευθύνης έχει άλλο περιθώριο μέχρι το 2060», σημειώνει.
Όσον αφορά τις ΗΠΑ, παρά την αλλαγή στάσης τους μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, όπως τονίζει η κ. Δούση, η συμφωνία του Παρισιού δεν θα καταρρεύσει. «Υπάρχουν πολιτείες της Αμερικής, όπως για παράδειγμα, η Καλιφόρνια, που ακολουθούν τη δική τους πολιτική, και συνεχίζουν να προχωρούν έχοντας ως γνώμονα την πράσινη μετάβαση», σημειώνει.
Σχετικά με το τι μπορεί να σημαίνει η γνωμοδότηση για την Ελλάδα η κ. Δούση επισημαίνει ότι η χώρα μας προχωράει με αργά αλλά σταθερά βήματα ωστόσο θα πρέπει κι εκείνη να ευθυγραμμίσει τις δράσεις της με τις διεθνείς αλλά και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. «Αυτό όμως που μας αφορά και προκύπτει από τη συγκεκριμένη γνωμοδότηση είναι ότι θα πρέπει να σταματήσει αμέσως το πρόγραμμα εξόρυξης υδρογονανθράκων, δηλαδή, εξόρυξης νέων ορυκτών καυσίμων. Είναι ένα πρόγραμμα που είναι παρωχημένο και ξεκίνησε μία άλλη εποχή», υπογραμμίζει.
Συμπερασματικά, όπως σημειώνει, το ζητούμενο είναι τι πρόσληψη θα έχει αυτή η «εμβληματική γνωμοδότηση» και πώς θα αξιοποιηθεί από όλες τις χώρες. «Παράλληλα υπάρχει και πολύ μεγάλη πόλωση και πολύς ανταγωνισμός. Βλέπουμε τον τελευταίο καιρό όλο αυτό τον πανεξοπλισμό. Τα περισσότερα όπλα θα φέρουν και περισσότερους πολέμους. Πάμε δηλαδή προς μία τέτοια κατεύθυνση ενώ έχουμε πολλές άλλες επιλογές. Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαμε να τα επενδύσουμε σε καλύτερη προετοιμασία για την αντιμετώπιση πραγματικά της κλιματικής αλλαγής. Πρέπει να δοθεί έμφαση στην πρόληψη και όχι στην καταστολή. Η πρόληψη είναι αυτή που θα μας βοηθήσει. Η κλιματική πολιτική είναι μία ειρηνική πολιτική.
Θέλει να φέρει κοντά τα κράτη να συνεργαστούν. Η γνωμοδότηση ήρθε σε μία πολύ δύσκολη στιγμή. Το θέμα είναι πώς θα αξιοποιηθεί, πώς θα συζητηθεί. Έχουμε μπροστά μας την COP 30 που είναι νομίζω ότι θα είναι κομβική, γιατί θα δούμε αν παρά την αμφισβήτηση της πολυμερούς συνεργασίας τα υπόλοιπα κράτη θα συνασπιστούν και θα τους κάνει να εργαστούν περισσότερο και να έρθουν πιο κοντά. Αυτή είναι η μεγάλη μου αγωνία», καταλήγει η κ. Δούση.