Ειδικό Αφιέρωμα: Ένας χρόνος μετά την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία

Στις 25 Μαΐου, πρώτη ημέρα του 14ου SEE Energy Dialogue του ΙΕΝΕ που πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη, ο John Roberts, Energy Security Specialist, από το Ηνωμένο Βασίλειο και Visiting Research Fellow του IENE, κατά την εναρκτήρια ομιλία του, προέβη σε μια αναφορά που πέρασε μάλλον απαρατήρητη. Μίλησε για ένα κεφάλαιο, συγκεκριμένα, το τέταρτο, από το background paper του 14ου SEEED, που έχει κατά τη γνώμη του, ιδιαίτερη σημασία. Το energia.gr, εντόπισε το απόσπασμα και σας το μεταφέρει αυτούσιο

Πρόκειται για μια αξιολόγηση των βασικών ενεργειακών ζητημάτων στην ΝΑ Ευρώπη που υπέχουν θέση πρόγνωσης για το βραχυπρόθεσμο μέλλον της περιοχής και δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος που εμποδίζει την ταχύτερη και πιο συνεκτική πρόοδο της περιοχής προς την Ενεργειακή Μετάβαση.

Ενώ περισσότερο από το ήμισυ της δυναμικότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΝΑ Ευρώπη βασίζεται επί του παρόντος σε θερμικό άνθρακα και λιγνίτη, ένα σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπει πολύ μεγαλύτερη χρήση ΑΠΕ έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί μια ρεαλιστική πιθανότητα. Μια τέτοια προσαρμογή θα απαιτήσει, ασφαλώς, δραστικές αλλαγές στη λειτουργία του υφιστάμενου δίκτυου. Ενώ η ανάγκη για στρατηγικό σχεδιασμό είναι προφανής, η Ενεργειακή Μετάβαση θα βασιστεί σε ένα μείγμα αυστηρών και φιλόδοξων σχεδιασμών πολιτικής, πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα χρηματοδοτικών μέσων και εργαλείων για την εκτέλεση επενδύσεων, καθώς και την ύπαρξη λειτουργικών και διάφανων αγορών ενέργειας,που θα  συνοδεύεται από αποτελεσματική κοινωνική προστασία για τους “ευάλωτους” καταναλωτές ενέργειας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχή απαλλαγή της ευρωπαϊκής οικονομίας από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, η κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων των κρατών-μελών της ΕΕ που βρίσκονται στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, καθώς και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο θα γίνει δυνατό να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένα προβλήματα, με στοχευμένες πολιτικές και χρηματοδοτικές παρεμβάσεις. Αυτό απαιτεί αυξημένη προσοχή και συνεργασία, τόσο από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, όσο και από άλλα κράτη –μέλη της.

Με βάση τα δεδομένα πρόσφατης μελέτης, οι βασικοί παράγοντες που εμποδίζουν την πορεία προς μια βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αλλά αξιολογούνται, ως εξής σε περιφερειακό επίπεδο, ξεκινώντας από τους πιο σημαντικούς:

- Κρατική αιχμαλωσία (ένα είδος συστημικής πολιτικής διαφθοράς κατά την οποία τα ιδιωτικά συμφέροντα επηρεάζουν σημαντικά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ενός κράτους προς όφελός τους), γεωπολιτική, έλλειψη κράτους δικαίου και λογοδοσίας. Αυτό το ευρύ σύνολο ζητημάτων περιλαμβάνει τη λήψη αποφάσεων στον ενεργειακό τομέα, που  τοποθετεί τα ειδικά συμφέροντα πάνω από το δημόσιο συμφέρον. Περιλαμβάνει τα πάντα, από τις κρατικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και την υπερβολική επιρροή στη χάραξη της πολιτικής, μέχρι τις αδιαφανείς ενεργειακές συμφωνίες με την Ρωσία και την Κίνα, και τα συστήματα κινήτρων για τις ΑΠΕ, που ωφελούν τις επιχειρήσεις που διαπλέκονται με τις κυβερνήσεις.

- Ξεπερασμένη αντίληψη για το ενεργειακό σύστημα, λανθασμένες λύσεις και έλλειψη κατανόησης της ταχύτητας με την οποία συντελούνται οι αλλαγές. Συχνά είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς αν οι κακές πολιτικές αποφάσεις για την ενέργεια οφείλονται στην εξυπηρέτηση ειδικών συμφερόντων, ή στην έλλειψη γνώσης και ανάλυσης της υφιστάμενης κατάστασης του τομέα.

- Ελλιπής μεταφορά και εφαρμογή των κανόνων της Ε.Ε. που επηρεάζουν τον τομέα της ενέργειας. Είναι σαφές ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες για το περιβάλλον, το κλίμα, την ενέργεια και τις κρατικές ενισχύσεις, αν και απέχουν από το να είναι τέλειοι, εν τούτοις είναι εκείνοι που προωθούν την ενεργειακή μετάβαση. Η περιβαλλοντική νομοθεσία της Ε.Ε. συμβάλλει επίσης στην αποτροπή καταστροφικών συμβάντων σε ευαίσθητες περιοχές, όπως π.χ. από υποδομές ενέργειας και μεταφορών. Αν και οι χώρες διαφέρουν ως προς την προσήλωσή τους στη εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ο έλεγχος της ρύπανσης, η ποιότητα του αέρα, οι κρατικές ενισχύσεις και η προστασία της βιοποικιλότητας, παραμένουν ανεπίλυτα προβλήματα στις περισσότερες των περιπτώσεων.

- Έλλειψη πολιτικής βούλησης για την αντιμετώπιση του κλεισίματος των ορυχείων και της δίκαιης μετάβασης. Η άμεση πολιτική πίεση που ασκούν τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων δεν είναι τόσο έντονη, σε ορισμένες χώρες, όσο θα μπορούσε να είναι, αλλά σε κάθε περίπτωση καταγράφονται έμμεσες πιέσεις. Οι κυβερνήσεις βασίζονται στις δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, τους εργαζόμενούς τους και τους υπεργολάβους, προκειμένου να εξασφαλίζουν πολιτική υποστήριξη στις κοινοβουλευτικές εκλογές, εντείνοντας το πρόβλημα της «κρατικής αιχμαλωσίας». Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις δεν έχουν αναπτύξει σχέδια για το μετριασμό των κοινωνικών επιπτώσεων της μετάβασης στις περιοχές εξόρυξης άνθρακα, αλλά και σε άλλες περιοχές που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα, καθιστά απρόθυμους όσους ασχολούνται με τη λήψη αποφάσεων να δεσμευτούν για τη σταδιακή κατάργηση του άνθρακα, ή ευρύτερα της χρήσης ορυκτών καυσίμων.

- Έλλειψη πολιτικής βούλησης για το άνοιγμα των αγορών, τη συνεργασία και την υλοποίηση περιφερειακών συνεργιών. Η απελευθέρωση των αγορών και η μετάβαση σε τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας που αντανακλούν το κόστος, αποτελεί ένα δύσκολο πολιτικό εγχείρημα σε αρκετές χώρες. Οι πολίτες έχουν συνηθίσει σε χαμηλές, ρυθμιζόμενες τιμές και πολλοί εξ αυτών δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλότερο κόστος, λόγω ενός φαύλου κύκλου ενεργειακής αναποτελεσματικότητας και ενεργειακής φτώχειας. Την κατάσταση επιδεινώνει το γεγονός ότι υπάρχουν προβλήματα σε επίπεδο πολιτικής μεταξύ ορισμένων χωρών, όμως η εμπειρία δείχνει ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να συνεργαστούν με τους γείτονές τους όταν το επιθυμούν, απλώς δεν το θέτουν πάντα ως προτεραιότητα.

- Πολιτική αστάθεια και έλλειψη θεσμικής ικανότητας. Σε χώρες όπως το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία και η Κροατία, οι οποίες έχουν ταχθεί υπέρ της Ενεργειακής Μετάβασης, προκύπτει σοβαρό έλλειμμα έμπειρου πολιτικού προσωπικού σε επίπεδο κεντρικής και τοπικής αυτοδιοίκησης, που εμποδίζει, τελικά, την επίτευξη ταχύτερης προόδου. Το ίδιο ζήτημα αφορά και σε άλλες χώρες της περιοχής, όμως φαίνεται ότι είναι άλλοι παράγοντες, όπως η “κρατική αιχμαλωσία” που παίζουν ισχυρότερο ρόλο αυτή τη στιγμή.