Ανεκπλήρωτες Υποσχέσεις και «Ηθικές» Επενδύσεις

Ανεκπλήρωτες Υποσχέσεις και «Ηθικές» Επενδύσεις
Του Σεραφείμ Κωνσταντινίδη*
Δευ, 19 Οκτωβρίου 2020 - 11:27

Το κραχ του 1929 οδήγησε στη θεωρία επενδύσεων σε «μετοχές αξίας» που έγινε δημοφιλής. Υποστηρίζει ότι οι επενδυτές πρέπει να επιλέγουν μετοχές με (λογιστική) αξία στα βιβλία τους υψηλότερη από τον μέσον όρο της χρηματιστηριακής αγοράς, που σημαίνει ότι είναι υποτιμημένες και συνεπώς 

θα φέρουν σημαντικά κέρδη σε όσους τις εμπιστεύονται. Αγοράστε μετοχές που είναι φθηνότερες από την (πραγματική) αξία τους, ήταν η στρατηγική. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι μετοχές αυτές είναι σε χαμηλές τιμές, αλλά πιθανότατα θα παραμείνουν έτσι απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Τα τελευταία χρόνια στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η αξία των «καλών» μετοχών, με σημαντική λογιστική αξία είναι στάσιμη.

Την τετραετία από 19 Οκτωβρίου 2016 έως προχθές, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών σημείωσε άνοδο μόλις 6,7%, περίπου όσα θα απέδιδε η ασφαλέστερη (υποτίθεται) επένδυση σε καταθέσεις την πενταετία.

Μετά το 1970, εμφανίζεται η τάση των «κοινωνικά υπεύθυνων» επενδύσεων, ενώ τον Οκτώβριο του 1972 ιδρύεται το Business Roundtable (BR), φορέας στον οποίο συμμετέχουν οι διοικήσεις μεγάλων εταιρειών που σέβονται το περιβάλλον, την κοινωνία και τις αρχές ορθής εταιρικής διακυβέρνησης. Σημαντικές εταιρείες που απασχολούν 15 εκατομμύρια ανθρώπους, επενδύουν 147 δισ. δολ. ετησίως για έρευνα και ανάπτυξη, καταβάλλουν περίπου 296 δισ. δολ. μερίσματα σε μετόχους ιδιώτες ή και ασφαλιστικά ταμεία.

Ολο και περισσότεροι προτιμούν να επενδύουν σε «υπεύθυνες» εταιρείες με βιώσιμες επενδύσεις, ηθικές και «πράσινες». Ποιος μπορεί να αντισταθεί στην ιδέα επενδυτικής στρατηγικής που εξυπηρετεί τόσο την οικονομική απόδοση όσο και το ενδιαφέρον για την κοινωνία και το περιβάλλον; Κανείς δεν είναι τόσο αδιάφορος και για αυτό δημιουργήθηκαν εκατοντάδες επενδυτικοί οργανισμοί που επιλέγουν εταιρείες με ανάλογες αρχές. Το απλό ερώτημα όμως που προκύπτει είναι: Αποδίδουν οι επενδύσεις σε καλές εταιρείες;
Πρόσφατη (2 Οκτωβρίου 2020) μελέτη δύο καθηγητών ερευνά αυτό ακριβώς το ερώτημα. Ο καθηγητής Α. Raghunandan του London School of Economics και ο S. Rajgopal του Columbia μελέτησαν τις επιδόσεις και τη δραστηριότητα επενδυτικών funds που επενδύσουν μόνον σε υπεύθυνες εταιρείες ESG που σέβονται το περιβάλλον, την κοινωνία, την εταιρική διακυβέρνηση.

Οι δύο καθηγητές μελέτησαν 118 επιχειρηματικούς κολοσσούς που υπέγραψαν τις διακηρύξεις σεβασμού στην κοινωνία και το περιβάλλον και 145 αμοιβαία κεφάλαια αφοσιωμένα σε υπεύθυνες εταιρείες.

Τα ευρήματα είναι απογοητευτικά. Οι ηχηρές υπογραφές εταιρειών που υιοθέτησαν αρχές υπευθυνότητας έχουν τις χειρότερες επιδόσεις, τις περισσότερες ποινές για παραβάσεις σχετικά με το περιβάλλον και τις εργασιακές σχέσεις. Πληρώνουν μεγαλύτερα πρόστιμα για παραβίαση κανόνων που αφορούν τη συμμόρφωση με προβλέψεις της νομοθεσίας. Οι διοικούντες τις εταιρείες αυτές απολαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές από ομοειδείς εταιρείες και έχουν λιγότερα ανεξάρτητα μέλη στα Δ.Σ. τους. Δαπανούν υψηλότερα επίσης ποσά για lobbying, σχέσεις με την πολιτική εξουσία και εισπράττουν μεγαλύτερες κρατικές επιδοτήσεις διαφόρων μορφών. Τα επενδυτικά κεφάλαια που επενδύουν μόνον σε «υπεύθυνες» εταιρείες, την περίοδο 2010-2018 διάλεξαν επιχειρήσεις με χειρότερες επιδόσεις όσον αφορά εργασιακές σχέσεις και προστασία του περιβάλλοντος.

Συνήθως οι εταιρείες αυτές εμφανίζουν σημαντική αξία στα λογιστικά τους βιβλία. Ωστόσο και η θεωρία των επενδύσεων αξίας εμπλουτίζεται. Αυτό που μετράει δεν είναι μόνον η αξία των «φυσικών» περιουσιακών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, διαθέσιμα κ.λπ.) αλλά και άυλα (πατέντες, τεχνογνωσία, φήμη). Προφανώς εξαιρούνται οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις που δεν καταγράφονται.

*(Από την Καθημερινή)