Ο Χαρούμενος Τούρκος

Ο Χαρούμενος Τούρκος
Του Κώστα Κόλμερ
Δευ, 1 Ιουνίου 2020 - 08:34

Το Τουρκικό πολεμικό ναυτικό επέλεξε την φράση του Μουσταφά Κεμάλ «πόσο πολύ χαρούμενος πρέπει να είναι ο Τούρκος», προς χρήσιν στους «κωδικούς» τεσσάρων περιοχών, νοτίως της Κρήτης μέχρις του κόλπου της Σύρτεως, στην Λιβύη, όπου πραγματοποιεί θαλάσσια γυμνάσια. Αν η φράση δεν υποκρύπτει ειρωνεία ή απόγνωση των πληρωμάτων δύο Τουρκικών φρεγατών

που πελαγοδρομούν ήδη από δύο μηνών  στην Μεσόγειο, τότε η λογοκλοπή σηκώνει ανάλυση διά το γεγονός το Τουρκικό αφήγημα μόνον δια χαρωπούς ανθρώπους δεν είναι.

Κατ’ αρχήν, να διευκρινισθεί σε ποίους Τούρκους αναφέρεται σήμερα η παλαιόθεν Κεμαλική φράση. Διότι οι εισοδηματικές διαφορές των διαφόρων τάξεων στην Τουρκία είναι έντονες, όπου η λεγομένη «μέση τάξη» είναι περιορισμένη, εν σχέσει με τις λαϊκές και εργατικές τάξεις και εν συγκρίσει με την πλουτοκρατία και το στρατιωτικοβιομηχανικό κατεστημένο, που πράγματι …χαίρεται την κοινωνική του υπεροχή.

Κατά δεύτερον λόγον, η μέχρι πρότινος αναμφισβήτητη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πενεστέρων τάξεων στην Τουρκία ανεκόπη τα δύο τελευταία έτη, εξ αιτίας των οικονομικών δυσχερειών του υψηλού πληθωρισμού, της ανεργίας και της ραγδαίας υποτιμήσεως του εθνικού νομίσματος, της Τουρκικής λίρας .

Τα επιτεύγματα της ακωλύτως εθνικής, οικονομικής πολιτικής , μακράν των συνταγών λιτότητος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που μέχρι του 2001 καταδυνάστευε και τον μέσο Τούρκο, αιφνιδίως ανετράπησαν. Οι ανάμιξη της  Τουρκίας στο επταετή Κουρδοσυριακό πόλεμο, εντονότερα από ό,τι στο παρελθόν και οι «ισλαμικές» οικονομικές δοξασίες του Τούρκου προέδρου Ταγήπ Ερντογάν, δια το πώς «πρέπει» να δουλεύει η οικονομία της Τουρκικής αγοράς, με τ’ αρνητικά επιτόκια και τους ελέγχους των ξένων κεφαλαίων, προκάλεσαν την δυσπιστία των επενδυτών, μ’ αποτέλεσμα την ανάσχεση της προγενέστερης εισροής που συντηρούσε έναν υψηλό όσο και φαινομενικό ρυθμό αναπτύξεως, τροφοδοτούμενο από φαραωνικά έργα του προέδρου.

Η παραδοσιακή αποτιμαριθμοποίηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, περιλαμβανομένων των αξιωματικών, προκάλεσε το 2016 ένα στρατιωτικό κακοργανωμένο κίνημα, το τρίτο της επεμβάσεως του στρατού στην πολιτική ζωή την τελευταία 60ετία, που απεδόθη σ’ ένα ιεροδιδάσκαλο ο οποίος διαμένει στην Αμερική, τον Γκιουλέν.

Αν στην δυσανεξία του κοινού στην Τουρκία με την οικονομική και πολιτική αναταραχή – χιλιάδες είναι οι απομακρυθέντες από τον στρατό και την δημοσία διοίκηση εξ αιτίας του «Γκιουλενικού» κινήματος - προστεθούν οι άνεργοι της νέας γενεάς και τα οικονομικά σκάνδαλα της ιθυνούσης τάξεως, τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι το κοινωνικό «καζάνι» στην Τουρκία βράζει ενώ οι ασφαλιστικές δικλείδες του εξαντλούνται η μία μετά την άλλη, παρά τις  ανταλλαγές (swap) νομισμάτων με πιστωτές στις οποίες προβαίνει η Τουρκική κεντρική Τράπεζα.

Η γειτονική χώρα από της εποχής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας  εβασίζετο σε μία κοινωνική ισορροπία , επιτυγχανομένη δια της πολιτικής βίας και της  εκμεταλλεύσεως  των υποδούλων λαών της αυτοκρατορίας, που ουδέποτε απασχόλησε την ιθύνουσα Τουρκική τάξη, για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες επί  της αυταρχικής εξουσίας (*).

Η  ομογενοποίηση όμως της Τουρκικής κοινωνίας μεταπολεμικώς έσβησε σε μεγάλο βαθμό την υπεροχή των Τούρκων έναντι των άλλων 44 εθνοτήτων που παραμένουν μέσα στην Τουρκία ενώ οι Αρμένιοι, Έλληνες, Εβραίοι και Ασύριοι απεμακρύνθησαν είτε βιαίως είτε εγκαίρως, αφαιρώντας  από την Τουρκία τον δημιουργικό πολυεθνικό πληθυσμό που κληρονόμησε από το Βυζάντιο.

Τώρα, πώς μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, της κοινωνικής ανασφάλειας και της απουσίας δημοκρατικού ελέγχου της εξουσίας, μπορεί ο μέσος Τούρκος να αισθάνεται «χαρούμενος» μόνον με θρησκευτικό και εθνικιστικό φανατισμό μπορεί να εξηγηθεί. Αυτά ακριβώς τα λαϊκά αισθήματα αξιοποιεί ο σουλτανίσκος της Αγκύρας αλλά με φθίνουσα απόδοση,  αν κριθή από πλευράς δημοσκοπήσεων που φέρουν την Ερντογανική αντιπολίτευση να προηγείται.

 

(*) Εξόχως διαφωτιστική η σχετική έρευνα των Σοφίας Λαΐου και Μαρίνου Σαρηγιάννη ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ από έγγραφα των Οθωμανών, Γιουσούφ Μπέη και Αχμέτ Τζεβντέτ πασά. Έκδοση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2019. Σελ. 181.

Διαβάστε ακόμα