Εφιάλτης στον Δρόμο με τις Αξιολογήσεις

Εφιάλτης στον Δρόμο με τις Αξιολογήσεις
Του Σεραφείμ Κωνσταντινίδη*
Δευ, 10 Φεβρουαρίου 2020 - 13:36

Την εποχή της αυταπάτης, όταν επικρατούσε η ρητορική του λαϊκισμού, ισχυρίζονταν ότι «τα μνημόνια έφεραν την κρίση». Κάποιοι ακόμα παριστάνουν ότι δεν αντιλήφθηκαν ότι τα μνημόνια ήρθαν για να αντιμετωπιστεί η κρίση. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι και μετά τα μνημόνια, οι επιπτώσεις της κρίσης δεν είναι εύκολο να ξεπεραστούν. Παραμένουν ενεργές δύο μεγάλες πηγές ανισορροπίας. Η πρώτη είναι το δημόσιο χρέος. Παρά τα όσα έγιναν, παρότι οι ξένοι πιστωτές

έχουν εισφέρει τεράστια ποσά με τους ευνοϊκότερους όρους, ενώ μεγάλο μέρος του χρέους βρίσκεται στα χέρια κρατών της Ευρωζώνης, το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό. Υπολογίζεται περίπου 175% του ΑΕΠ, το υψηλότερο της Ευρωζώνης αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Χρόνια υποκρισίας στρέβλωναν την πραγματικότητα που βλέπουμε. Το χρέος δεν μειώθηκε, επειδή προστέθηκε το ποσό που χρειάστηκαν οι τράπεζες και μάλλον χάθηκε(!) εξαιτίας των κυβερνητικών χειρισμών της εποχής. Επίσης το χρέος αυξήθηκε επειδή οι κυβερνήσεις εξέδιδαν κάθε χρόνο περίπου 15 δισ. ευρώ έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου που αγόραζαν κυρίως οι τράπεζες.

Ηταν σαν το τέχνασμα του ταχυδακτυλουργού. Εδειχναν το «η κρίση τέλειωσε», αποσπούσαν την προσοχή της κοινής γνώμης, τονίζοντας ότι τα «μνημόνια της Δεξιάς» είναι παρελθόν και το κοινό αγνοούσε ότι το δημόσιο χρέος αυξανόταν.

Το δεύτερο μεγάλο και δυσεπίλυτο πρόβλημα είναι η άλλη κληρονομιά της κρίσης. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών παραμένουν 42% των χορηγήσεών τους. Το βάρος αυτό δεν επιτρέπει την αναπτυξιακή χρηματοδότηση της οικονομίας. Το σχέδιο «Ηρακλής», στο οποίο με πολύ κόπο κατέληξαν οι τράπεζες, για μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μοιάζει ανεπαρκές, Συμβάλλει ελάχιστα στην αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας.

Το δύο αυτά εμπόδια λειτουργούν ως περιοριστικοί παράγοντες στην πορεία της οικονομίας. Και η αναμενόμενη αύξηση του ΑΕΠ με ρυθμό κοντά στο 2,5% ετησίως δεν επαρκεί για να ξεφύγουμε. Η αναβάθμιση της οικονομίας και των ελληνικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε άμεση.

Μπορεί τα μνημόνια να τελείωσαν, τα ελληνικά ομόλογα όμως δεν θεωρούνται ακόμα «επενδύσιμα». Γι’ αυτό δεν επιλέγονται από την ΕΚΤ, που προφέρει ρευστότητα με διάφορους τρόπους.

Βέβαια, επειδή η πρόοδος είναι εμφανής, επειδή υπάρχει πολιτική σταθερότητα, επειδή η κυβέρνηση κινείται εντατικά για προσέλκυση επενδύσεων, επειδή οι επιλογές της διευκολύνουν το επενδυτικό κλίμα, το ελληνικό Δημόσιο δανείζεται με χαμηλό επιτόκιο. Αυτό είναι καλό όσον αφορά τη δημοσιονομική ισορροπία, δίνουμε λιγότερα αλλά δεν συνυπολογίζεται προκειμένου να αναβαθμιστεί η οικονομία. Ολοι γνωρίζουν ότι οφείλεται στη συγκυρία.

Αν οι συνθήκες αλλάξουν, αν τα επιτόκια που βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο διάστημα, αυξηθούν απότομα, οι επιπτώσεις θα είναι έντονες. Αυτός είναι ο κίνδυνος που ταράζει τις νύχτες όσων έχουν ευθύνες για την πορεία του τόπου. Ο εφιάλτης μιας επόμενης κρίσης που κάποια στιγμή θα έρθει. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πότε, όλοι όμως έχουν τη βεβαιότητα ότι θα συμβεί.

Και μέχρι τότε, η πορεία της οικονομίας είναι μια διαδρομή ανάμεσα σε αξιολογήσεις. Η πρώτη ήταν καλή. Στα τέλη Ιανουαρίου η Fitch αναβάθμισε την ελληνική οικονομία σε ΒΒ. Καλό, αλλά δεν αρκεί. Εφέτος, το 2020, οι πέντε διεθνώς αναγνωρισμένοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης θα «μελετήσουν» την οικονομία σχεδόν δέκα φορές. Το επόμενο ραντεβού είναι στις 24 Απριλίου οπότε οι οίκοι Standard and Poor’s και ο καναδικός DBRS θα αξιολογήσουν την Ελλάδα. Πιθανότατα θα υπάρχει αναβάθμιση κατά μία κλίμακα σε ΒΒ. Παραμένουμε ένα, δύο βήματα κάτω από την επενδυτική βαθμίδα, ευάλωτοι σε ενδεχόμενη διεθνή κρίση.

* (Από την Καθημερινή)