Το Πετρέλαιο Έφθασε τα $80 το Βαρέλι. Πρέπει να Ανησυχούμε;

energia.gr
Δευ, 21 Μαΐου 2018 - 10:14

Την περασμένη Πέμπτη η ποικιλία Brent, που θεωρείται το διεθνές benchmark, έφθασε τα $80,5 το βαρέλι ενδοσυνεδριακά στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων ICE του Λονδίνου. Αυτή ήτο η πλέον υψηλή τιμή που έχει καταγραφεί από το Νοέμβριο του 2014, όταν ξεκίνησε η μεγάλη κατρακύλα των διεθνών τιμών, συνέπεια της παρατηρούμενης τότε υπερπροσφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο, και με την αμερικανική υπερπαραγωγή από shale oil και tight oil υπεύθυνη για τη σημαντική μείωση εισαγωγών στις ΗΠΑ.

Όμως, εάν εξετάσουμε την πορεία των τιμών του αργού από τις αρχές του έτους, θα δούμε ότι αυτό έχει ανατιμηθεί σχεδόν κατά $15 το βαρέλι, το οποίο ισοδυναμεί με μια αύξηση 18,5%. Αυτή είναι πράγματι μια πολύ μεγάλη αύξηση μέσα σ’ ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και είναι απόλυτα δικαιολογημένο να εκφράζονται φόβοι για το πού τελικά μπορούν να οδηγηθούν οι τιμές και τι μπορεί αυτό να σημαίνει για τις οικονομίες πετρελαιοεισαγωγικών χωρών, όπως η Ελλάδα, αλλά και γενικότερα για την παγκόσμιο οικονομία.

Οι λόγοι για την παρατηρούμενη σήμερα αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου έχουν να κάνουν κυρίως με την ισχυρή παγκόσμια ζήτηση η οποία τρέχει με τον εντυπωσιακό ρυθμό των 1,9 εκατ. βαρελιών /ημέρα (y-o-y) και τον παράλληλο έλεγχο στην παραγωγή από πλευράς OPEC. Να θυμίσουμε ότι το Νοέμβριο του 2016 ο OPEC σε συνεργασία με μια ομάδα πετρελαιοπαραγωγών εκτός του καρτέλ (με προεξέχουσα τη Ρωσία) αποφάσισε μια μείωση της παραγωγής σε μια προσπάθεια επανάκαμψης των τιμών. Πράγματι, η προσπάθεια αυτή απέδωσε χάρις στον υψηλό βαθμό συμμόρφωσης των παραγωγών στις συμφωνηθείσες ποσοστώσεις, με αποτέλεσμα να αφαιρεθούν από τη διεθνή αγορά περί τα 2,5 εκατ. βαρέλια/ημέρα σε σταθερή βάση. Βέβαια, την ίδια στιγμή, η παραγωγή από τους εκτός συμφωνίας και εκτός OPEC παραγωγούς (κυρίως ΗΠΑ και Καναδά) αυξάνετο, αλλά με μικρότερο ρυθμό, που υπολογίζεται στα 1,5 με 2,1 εκατ. βαρέλια /ημέρα, με αποτέλεσμα η συνολική παγκόσμια παραγωγή να τρέχει στα 98 εκατ. βαρέλια /ημέρα, δηλ. να υπολείπεται της ζήτησης. Με άλλα λόγια, η παγκόσμια αγορά από πλευράς ζήτησης και προσφοράς χαρακτηρίζεται σήμερα από στενά περιθώρια, αυτό που οι traders αποκαλούν tight market, πράγμα που ενισχύει την άποψη ότι η τιμή του αργού θα εξακολουθήσει για ένα διάστημα ακόμα την ανοδική πορεία της.

Προς αυτή την κατεύθυνση, δηλ. της ανοδικής πορείας του αργού συμβάλλουν και οι λεγόμενοι γεωπολιτικοί παράγοντες, οι οποίοι πρέπει να τονίσουμε ότι δεν είναι οι αποκλειστικά υπεύθυνοι, παρά τα όσα προβάλλουν μετ´ επιτάσεως ορισμένοι αναλυτές. Αφ´ ενός μεν λόγω της μεγάλης αβεβαιότητας που έχει δημιουργηθεί για την παραγωγή του Ιράν, μετά την απόφαση Τραμπ (8/5) για απόσυρση των ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για τον έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος ,και αφ´ ετέρου λόγω της δραματικής μείωσης της παραγωγής της Βενεζουέλας ως αποτέλεσμα της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. (Από 2,5 εκατ. βαρέλια /ημέρα παραγωγή το 2017, αυτή έχει πέσει κάτω από το 1,5 εκατ. βαρέλια /ημέρα).

Όπως δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις, η αβεβαιότητα για το Ιράν, την παραγωγή του και το πώς θα επηρεασθούν οι εξαγωγές του προς τη Δύση θα εξακολουθήσει για λίγες εβδομάδες ακόμα, καθώς θα αποσαφηνίζονται τα όρια αντοχής της ΕΕ έναντι των επερχόμενων αμερικανικών κυρώσεων. Όμως, μεγάλο τμήμα της αγοράς έχει ήδη προεξοφλήσει ότι θα υπάρξει αισθητή μείωση των εξαγωγών, κυρίως προς τις ευρωπαϊκές χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), με ένα μικρό σχετικά τμήμα αυτών να αντικαθίσταται από αύξηση εξαγωγών προς τις ασιατικές αγορές.

Εν όψει των ανωτέρω, δεν είναι λίγοι αυτοί, μεταξύ των οποίων και η Bank of America, που προβλέπουν ότι αρκετά σύντομα και ενδεχομένως μέχρι το καλοκαίρι θα δούμε την τιμή του αργού να εκτοξεύεται ακόμα και μέχρι τα $ 100 το βαρέλι. Τιμές που έχουμε να δούμε από το α΄ εξάμηνο του 2014. Να θυμίσουμε ότι την περίοδο 2010 - 2014 είχαμε μέσο όρο τιμών κοντά στα $95 το βαρέλι. Εύλογα τίθεται το ερώτημα τι επιπτώσεις μπορεί να έχει η επερχόμενη υψηλή ζώνη τιμών αργού στην οικονομία. Ενώ παλαιότερα οι υψηλές τιμές πετρελαίου επέφεραν υψηλό πληθωρισμό και οδηγούσαν συνήθως σε συρρίκνωση του ΑΕΠ, λόγω μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας, σήμερα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, αφού η συνεισφορά του πετρελαίου στην παραγωγή ενός μέσου βιομηχανικού προϊόντος έχει μειωθεί περισσότερο από 50% σε σύγκριση με τις δεκαετίες του 1970 και 1980.

Ακόμα και ο κανόνας του ΔΝΤ, όπως αυτός ίσχυε μέχρι πρόσφατα, ότι για κάθε $10 αύξηση της τιμής του πετρελαίου σε σταθερή βάση (λ.χ. 2 χρόνια) επηρεάζεται αρνητικά το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 0,5 % δε φαίνεται να ισχύει πλέον, αφού τελευταίες μελέτες του ίδιου του ΔΝΤ υποστηρίζουν ότι οι επιπτώσεις από υψηλές τιμές του αργού στην οικονομία επηρεάζουν μόνο οριακά, πχ. από 0,25 - 0,3 % το παγκόσμιο ΑΕΠ και μάλιστα σε βάθος δεκαετίας.

Αντίθετα, στην περίπτωση πετρελαιοεισαγωγικών χωρών, όπως είναι η Ελλάδα, οι επιπτώσεις στην οικονομία είναι πλέον αρνητικές και ιδιαίτερα εμφανείς. Με πρώτο το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το οποίο προβλέπεται να επιβαρυνθεί μεταξύ 5,0 και 8,0 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με το 2107, εάν οι τιμές παραμείνουν πάνω από τα $80 το βαρέλι μέχρι το τέλος του έτους. Με την επιδείνωση του ισοζυγίου να επιφέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις στην υπόλοιπη οικονομία. Ταυτόχρονα, ο καταναλωτής αρχίζει να αισθάνεται στην τσέπη του τις επιπτώσεις από την άνοδο των διεθνών τιμών αφού λχ η τιμή της αμόλυβδης έχει ήδη αυξηθεί κατά 15 cents του ευρώ μέσο όρο από τις αρχές του έτους. Αυτό σημαίνει αντίστοιχη μείωση του εισοδήματος του μέσου νοικοκυριού και άρα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην κατανάλωση γενικότερα. Όμως, εάν δούμε σφαιρικά το όλο θέμα της αύξησης της διεθνούς τιμής του αργού και τις επιπτώσεις του στην οικονομία, η κατάσταση δεν εμπνέει μεγάλη ανησυχία, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε πριν λίγα μόλις χρόνια.