Η περίοδος 2032-2035 είναι καθοριστική, σημείωσε ο κ. Στεφάτος, καθώς εάν όλα πάνε βάση προγραμματισμού, μπορεί να έχουμε παραγωγή.
Ειδικότερα όσον αφορά τα οφέλη για το Δημόσιο, ο διευθύνων σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων ανέφερε ότι, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, τα έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου προκύπτουν από:
- Εταιρικό φόρο 20%
- Περιφερειακό φόρο 5%
- Δικαιώματα (royalties) που κυμαίνονται από 4% έως 15% επί της παραγωγής, ανάλογα με τον όγκο εξόρυξης
- Μπόνους υπογραφής και πρώτης παραγωγής
- Ενοίκια παραχώρησης και κονδύλια για εκπαίδευση εγχώριου προσωπικού.
Συνολικά, όπως δήλωσε, εκτιμάται ότι περίπου το 40% των κερδών από πιθανή παραγωγή θα κατευθύνεται στο ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να υπολογίζεται τυχόν πρόσθετη συμμετοχή του κράτους σε εταιρικά σχήματα.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ, κ. Αριστοφάνης Στεφάτος, στο ΕΡΤnews και την εκπομπή «Συνδέσεις»:
Η χθεσινή εξέλιξη, όπως είπε ο κ. Στεφάτος, εντάσσεται σε μια εθνική προσπάθεια που ξεκίνησε το 2014 και συνεχίζεται με στόχο να διαπιστωθεί εάν η Ελλάδα διαθέτει εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου. Η συμφωνία προβλέπει την προσθήκη τεσσάρων νέων θαλάσσιων περιοχών προς έρευνα, διπλασιάζοντας ουσιαστικά την έκταση των ελληνικών θαλασσών που βρίσκονται υπό εξερεύνηση.
Στις έρευνες συμμετέχουν μεγάλες διεθνείς εταιρείες μεταξύ των οποίων η ExxonMobil, σε κοινοπραξίες με ελληνικές εταιρείες.
Η διάρκεια των συμβάσεων, το κόστος των γεωτρήσεων και οι τραπεζικές εγγυήσεις
«Η διάρκεια της σύμβασης είναι 7 χρόνια εκ των οποίων τα τρία πρώτα χρόνια θα εκτελεστούν δισδιάστατα σεισμογραφικά και τα επόμενα δύο εκτελούνται τρισδιάστατα και τα τελευταία δύο χρόνια εκτελείται η ερευνητική γεώτρηση, η οποία είναι και το πιο σημαντικό μέρος των ερευνών, που είναι και το πιο ακριβό, το οποίο θα μας δώσει πραγματικά τις απαντήσεις», σημείωσε ο κ. Στεφάτος και ανέφερε ότι η κάθε γεώτρηση μεγάλου βάθους νερού, το κόστος της μπορεί να φτάσει τα 100 εκατ. ευρώ. «Για κάθε μία φάση ερευνών έχουμε τραπεζικές εγγυήσεις για την υλοποίηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οι οποίες κλιμακώνονται. Δηλαδή για την πρώτη φάση έχουμε 17,5 εκατομμύρια, στη δεύτερη φάση πάμε στα 24 εκατομμύρια και στη τελευταία φάση πάμε στα 100 εκατομμύρια», είπε ενδεικτικά.
Συνοπτικά, οι συμβάσεις έρευνας έχουν διάρκεια επτά ετών (αντί οκτώ που ίσχυε έως σήμερα) και χωρίζονται σε τρεις φάσεις:
- Πρώτη φάση (3 έτη): Δισδιάστατες σεισμικές έρευνες για τη χαρτογράφηση του υπεδάφους.
- Δεύτερη φάση (2 έτη): Τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες για ακριβέστερο εντοπισμό πιθανών στόχων.
- Τρίτη φάση (2 έτη): Ερευνητική γεώτρηση, που θα δώσει σαφείς απαντήσεις για την ύπαρξη και την οικονομική βιωσιμότητα κοιτασμάτων.
Η ερευνητική γεώτρηση θεωρείται το πλέον κρίσιμο και δαπανηρό στάδιο. Σε μεγάλα βάθη νερού, που σε ορισμένες περιοχές φτάνουν ακόμη και τα 3.000 μέτρα, το συνολικό μήκος της γεώτρησης μπορεί να αγγίξει τα 3 έως 5 χιλιόμετρα. Το κόστος κάθε γεώτρησης εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 100 εκατ. ευρώ.
Σημειώνεται ότι για κάθε φάση έχουν προβλεφθεί τραπεζικές εγγυήσεις, οι οποίες κλιμακώνονται από 17,5 εκατ. ευρώ στην πρώτη φάση έως 100 εκατ. ευρώ στην τελική, διασφαλίζοντας την υλοποίηση των ερευνητικών προγραμμάτων.
Πού βρίσκονται τα οικόπεδα
Οι νέες παραχωρήσεις αφορούν περιοχές νότια της Κρήτης, δυτικά και νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου.
Επίσης, βορειοδυτικά της Κέρκυρας, κοντά στην οριοθετημένη ΑΟΖ με την Ιταλία, στο λεγόμενο «Μπλοκ 2», που διαχειρίζεται η κοινοπραξία της Chevron (60%), Energean (30%) και Helleniq Energy (10%), αναμένεται εφόσον ολοκληρωθούν οι απαραίτητες διαδικασίες ερευνητική γεώτρηση στις αρχές του 2027, η πρώτη σε τόσο μεγάλα βάθη νερού στην Ελλάδα.
Σημειώνεται ότι η τελευταία ερευνητική γεώτρηση σε θαλάσσιο χώρο της χώρας πραγματοποιήθηκε το 1986.
Το ενεργειακό πλαίσιο και ο στόχος του 2050
Η προοπτική αξιοποίησης κοιτασμάτων τίθεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει θέσει ως στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Παράλληλα, ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ, επισήμανε ότι η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα απαιτεί χρόνο, ενώ το φυσικό αέριο θεωρείται καύσιμο-γέφυρα, με χαμηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με άλλα ορυκτά καύσιμα, ιδίως όταν συνδυάζεται με τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα.