«Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να γίνουν πριν από τις εκλογές και πράγματα που δεν μπορούν, ακριβώς επειδή έρχονται εκλογές». Με αυτόν τον αφοπλιστικό τρόπο, υπουργός της κυβέρνησης, σε ιδιωτική συζήτηση, απαντούσε στο ερώτημα γιατί καθυστερούν κοινές υπουργικές αποφάσεις, προκηρύξεις διαγωνισμών και νομοσχέδια κρίσιμα για μια σειρά επενδύσεων. Δεν κομίζει βεβαίως γλαύκα ες Αθήνας. Το πολιτικό κόστος που συνεπάγονται κρίσιμες αποφάσεις με τις οποίες μπορεί να μη συμφωνούν τοπικές κοινωνίες αλλά και το ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο είναι γνωστό πως λειτουργεί ως χειρόφρενο πριν από τις κάλπες. Δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Ούτε αποτελεί γραμμή της προεδρίας της κυβέρνησης. Κάθε άλλο. Είναι όμως πραγματικότητα όσο κι αν η σημερινή κυβέρνηση επιδιώκει την αύξηση των επενδύσεων. Δεν οφείλονται βεβαίως όλες οι καθυστερήσεις στον εκλογικό κύκλο. Πολλές συνδέονται με διαρθρωτικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης και της ταχύτητας της Δικαιοσύνης. Αλλες με την περιπλοκότητα συγκεκριμένων projects. Κάποιες αποδίδονται βέβαια και σε αδιαφορία ή και ευθυνοφοβία. Ούτε καθυστερούν όλες οι επενδύσεις. Η προσπάθεια για τη μέγιστη δυνατή απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας εντείνεται, με τις εκτιμήσεις να μιλούν για επίτευξη απορρόφησης της τάξης του 80%, μία από τις καλύτερες στην Ευρώπη.
Μια άλλη κατηγορία επενδύσεων, και ειδικότερα αυτών που συνδέονται με γεωπολιτικές προτεραιότητες, «τρέχει» με ρυθμούς fast track. Είναι εκείνες που συνδέονται με θέματα υψηλής πολιτικής, όπως ο κάθετος ενεργειακός διάδρομος και οι παραχωρήσεις λιμανιών, για τα οποία έχει εκδηλωθεί ρητό και έντονο αμερικανικό ενδιαφέρον.
Με τις εκλογές να τοποθετούνται σε 12 με 14 μήνες από σήμερα, η αγορά έχει αρχίσει όμως να προεξοφλεί ότι η κρατική μηχανή εισέρχεται σε τροχιά προεκλογικής διαχείρισης. Η κυρίαρχη ανησυχία δεν αφορά τη μακροοικονομική, ούτε την πολιτική σταθερότητα, αλλά τη διάθεση σε διάφορα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις. «Παρατηρείται μια συστημική μεταστροφή προς την αποφυγή ρίσκου από την πλευρά των διοικούντων στα υπουργεία και στους εποπτικούς φορείς, προκαλώντας ένα άτυπο μορατόριουμ σε έργα που απαιτούν πολιτικό κεφάλαιο για την υλοποίησή τους», εξηγεί με εμφανές τεχνοκρατικό ύφος στέλεχος πολυεθνικής, η οποία δεν έχει εκκρεμότητες, αλλά έχει γνώση των καθυστερήσεων που συναντούν πλέον ομόλογοί του σε άλλους ομίλους.
Στους κλάδους του real estate και των τουριστικών επενδύσεων, η αγορά βιώνει καθεστώς ιδιότυπης αβεβαιότητας λόγω της ρυθμιστικής καθυστέρησης.
Ενα παράδειγμα της επιβράδυνσης εντοπίζεται στον κλάδο της εξόρυξης και συγκεκριμένα στην αδειοδότηση μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στη Θράκη. Η περίπτωση των κοιτασμάτων χρυσού και άλλων μετάλλων στον Εβρο είναι χαρακτηριστική. Η έγκριση τέτοιων έργων σε μια ευαίσθητη εκλογικά περιφέρεια πριν από τις κάλπες θεωρείται παράγοντας υψηλού πολιτι-κού κινδύνου. «Η διοίκηση, αποφεύγοντας τη μετωπική σύγκρουση με τις τοπικές κοινωνίες, επιλέγει την τακτική της χρονικής μετάθεσης, αφήνοντας ώριμα επενδυτικά σχέδια σε καθεστώς μακροχρόνιας εκκρεμότητας», αναφέρουν οικονομικοί παρατηρητές.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και μέρος του προγράμματος αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας, όπου καταγράφεται μια σαφής επιβράδυνση στην ωρίμανση και προκήρυξη διαγωνισμών, που δεν σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Το επενδυτικό ενδιαφέρον για περιφερειακούς λιμένες, μαρίνες και ακίνητα προσκρούει στην απροθυμία να ανοίξουν μέτωπα με τις τοπικές κοινωνίες, τις αυτοδιοικητικές αρχές και τους συνδικαλιστικούς φορείς προεκλογικά. Η παραχώρηση δημόσιων παγίων σε ιδιώτες επενδυτές, διαδικασία που εγγενώς παράγει πολιτικές τριβές, αναμένεται να επιβραδυνθεί. Ταυτόχρονα, στους κλάδους του real estate και των τουριστικών επενδύσεων η αγορά βιώνει καθεστώς ιδιότυπης αβεβαιότητας λόγω της ρυθμιστικής καθυστέρησης. Η χρονίζουσα οριστικοποίηση του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τον Τουρισμό ερμηνεύεται, στην τρέχουσα συγκυρία, ως πολιτική επιλογή. «Η κυβέρνηση αποφεύγει να θεσμοθετήσει αυστηρούς κανόνες ή περιορισμούς δόμησης που θα δυσαρεστούσαν μεγάλες ομάδες μικροϊδιοκτητών και επαγγελματιών του χώρου πριν από την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία», αναφέρει κτηματομεσίτης. «Το ρευστό νομοθετικό περιβάλλον και ο επακόλουθος κίνδυνος προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας φρενάρουν σειρά επενδύσεων», εκτιμά. Προσφυγές, άλλωστε, καθυστερούν ήδη σημαντικές επενδύσεις σε data centers. Αντίστοιχη στασιμότητα αναμένεται και σε έργα περιβαλλοντικών υποδομών, όπως η διαχείριση αποβλήτων και οι υδατοκαλλιέργειες. Η χωροθέτηση Χώρων Υγειονομικής Ταφής και Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών αποτελεί ίσως κλασικό παράδειγμα. Το «σύνδρομο NIMBY» (Not In My Back Yard – δηλαδή «όχι στην αυλή μου»), όπως το αποκαλούν οι Αγγλοσάξονες, κυριαρχεί, και η κεντρική διοίκηση δεν δείχνει διατεθειμένη να επιβάλει λύσεις. Ο προβληματισμός είναι εμφανής και στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ειδικότερα στους κλάδους της αποθήκευσης και των υπεράκτιων αιολικών πάρκων. Ούτε λόγος βέβαια να γίνεται για την πολυαναμενόμενη θεσμική θωράκιση του κλάδου μέσω του νέου ειδικού χωροταξικού. Η αδειοδότηση νέων αιολικών πάρκων, ειδικά σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές, προσκρούει βεβαίως και στον κορεσμό των δικτύων. Οι αντιδράσεις όμως για την οπτική όχληση και την αλλοίωση του φυσικού τοπίου έχουν καταστήσει την υπογραφή περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) πράξη υψηλού πολιτικού ρίσκου. Επιπροσθέτως, στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας η καθυστέρηση στη ρύθμιση του πλαισίου λειτουργίας αποδίδεται στη διστακτικότητα μετακύλισης κόστους στους καταναλωτές σε αυτή τη χρονική συγκυρία, αναφέρουν ενδιαφερόμενοι επενδυτές.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον για περιφερειακούς λιμένες, μαρίνες και ακίνητα προσκρούει στην απροθυμία να ανοιχθούν μέτωπα με τις τοπικές κοινωνίες.
Οι επενδυτές δεν αμφισβητούν τις προοπτικές της οικονομίας, αλλά τη βούληση της διοίκησης να παραγάγει έργο εντός του εκλογικού κύκλου. Η ενδεχόμενη «επενδυτική παύση» δεν είναι προϊόν οικονομικής δυσπραγίας, αλλά της πεποίθησης ότι μέχρι τις εκλογές του 2027 προτεραιότητα θα είναι η διαχείριση του πολιτικού κόστους και όχι η μεταρρυθμιστική έμφαση.
(από την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)